Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

«Ο χαρταετός της», από την συλλογή: Κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2017.


Είχε ένα φιλί ζωγραφισμένο στην άκρη. Έτσι λοιπόν, καθώς πετούσε, φιλούσε τον αέρα που έσχιζε γοργά, ο χαρταετός της.

Κάθε που στροβιλιζόταν κυκλοτερά -σαν να  ζωγράφιζε στα σύννεφα φιλημένα μάγουλα- μικρά «Ααααχ!»  ξέφευγαν  ανάμεσ' απ' τα χείλη της και δώσ’ του συνέχιζε να τρέχει και να τραβά την καλούμπα της για να τον στείλει ψιλότερα.

Ένας λευκός χαρταετός, τόσο αλλιώτικος από τους άλλους, ο δικός της.
Πόσο ωραίο παιχνίδι! Χαρούμενο και εξαντλητικό μαζί.

Ο ήλιος και το ελαφρύ αεράκι ρόδιζαν τα μάγουλά της. Η χαρά γυάλιζε το πρόσωπό της. Η ευτυχία ανέμιζε το φουστάνι της. Καρό, λευκό με γαλάζιο, με μικρά κάνιστρα λουλουδιών πολύχρωμα στο κέντρο των τετραγώνων του.  
Κείνη την ημέρα το πρωτοφόρεσε. Της το ’χε ράψει η μάνα της. Έδενε με μια λωρίδα φαρδιά στο λαιμό, μακρύ κι εφαρμοστό ως τη μέση, άφηνε να διαγράφονται τα φρεσκοφτιαγμένα στήθη της.

«Λεμονάκι μυρωδάτο…», της τραγουδούσαν στη γειτονιά, «…κι από περιβόλι αφράτο.»… και λίγο καμάρωνε, λίγο ντρεπόταν που τους άκουγε.

Καμάρωνε κι η μάνα της, η Μπίλιω, ξανθιά, ξασμένη κι άσχημη. Πώς είχε βγάλει τέτοιο πλάσμα από τα σπλάχνα της; Ο θεός φαίνεται θα της το χρωστούσε τέτοιο δώρο.

Η μέρα κυλούσε δροσερή στο λόφο.

-Έλα, έλα εδώ.
- Λίγο ακόμη, μαμά, σε παρακαλώ.
-Έλα αμέσως. Ήρθε ο θείος, που σου έλεγα.

Τρέχοντας πήγε ως εκεί κι άρχισε να τραβά το σπάγκο ως να ‘ρθει το ζωγραφισμένο φιλί στα πόδια της. Χαμογελούσε.

-Ο θείος είναι καλός, μη φοβάσαι.

Δεν άκουγε. Φοβόταν. Δίπλωνε βιαστικά την κλωστή στο ξυλαράκι και τραγούδαγε: «Λε κάλε λεμονάκι μυρωδάτο, λεμονάκι μυρωδάτο κι από περιβόλι αφράτο.»

Άρπαξε το χαρταετό στην αγκαλιά της να μην της τον πάρουν.
Είχε ένα φιλί ζωγραφισμένο στην άκρη, λευκός και παράξενος.
Έτσι καθώς τον κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά της -χαρτί με κορμί- ήταν σαν να πρωτοφιλήθηκαν τα χείλη της.

Η Μπίλιω την κοίταξε λαίμαργα και την έσπρωξε από τους ώμους. 

-Μην φοβάσαι.

Σταλαγματιές σιωπής η στιγμή, ήρθε και στάθηκε μετέωρη να τους κοιτά, καθώς τα χρήματα αλλάξαν χέρια.


Ελένη Λιντζαροπούλου 

Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί φωτογραφία της Venthesikimi Soukoulis