Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019

Θοδωρής - από τα κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα


Τον θυμόμουν με ένα καρό μπλε πουκάμισο, σκούρο, που ίσως να είχε και μια ριγούλα κίτρινη. Τον θυμόμουν πράγματι ή η σημερινή συνάντηση γέννησε μνήμες ανύπαρκτες;

Κάθε φορά που πέρναγα από το σπίτι των γονιών του, θυμόμουν, κάπως αόριστα την ύπαρξή του. Τον θυμόμουν αλλά δεν τον ανέφερα ποτέ, απλώς ήξερα ότι υπήρξε στην ζωή μου.
Ήταν ένα αγόρι κάπως χλωμό, σαν άγγελος. Με ελαφρά γένια. Δεν θυμάμαι δηλαδή αν είχε γένια, αλλά έτσι πια τον ζωγράφιζε η ελάχιστη μνήμη μου.

Διαβάζαμε μαζί, ανταλλάσσαμε βιβλία, θυμάμαι μάλιστα ότι μου γνώρισε τον Τσέζαρε Παβέζε κι εγώ του είχα μιλήσει για την Λιλή Ζωγράφου.

Μιλούσαμε κάθε μέρα και δυο και τρεις φορές στο τηλέφωνο. Πού πηγαίναμε για καφέ; Ούτε που θυμάμαι.

Ερχόταν σπίτι μου κι εγώ είχα πάει στο δικό του, είμαι βέβαιη, αλλά τα υπόλοιπα δεν τα θυμόμουν. Μόνο αυτή η βεβαιότητα ότι τον γνώρισα υπήρχε, τίποτε άλλο.

Τα χρόνια πέρασαν, χαθήκαμε. Χωρίς λόγο. Έτσι όπως χάνονται οι νέοι άνθρωποι. Χωρίς να έχει κάνει κάτι κακό ο ένας στον άλλο.

Ο Θοδωρής δεν έγινε ανάμνηση. Ήταν τόσο αχνή και απαλή η παρουσία του που δεν άφησε σχεδόν κανένα σημάδι στην μνήμη. Ήταν ένα καλό, πραγματικά καλό, παιδί . Πώς να σε σημαδέψει ένα καλό παιδί;

Πέρασαν πολλά χρόνια που δεν είχα ακούσει το όνομά του. Δεν ήξερα καθόλου νέα του. Ως χθες που με σύστησαν στην παρέα σε ένα κύριο. Δεν τον αναγνώρισα. Κι όμως είχαμε κάνει παρέα στα νεανικά χρόνια και μ’ αυτόν. Μόλις άκουσα το επώνυμο χαμογέλασα πλατιά. Έχεις έναν αδελφό, είπα, Θοδωρή δεν τον λένε;

Με κοίταξε για λίγο σιωπηλός. Είχα, είπε. Δηλαδή έχω αλλά πέθανε πριν σαράντα μέρες.

Έμεινα άφωνη. Δεν χρειαζόταν να το μάθω αυτό ή χρειαζόταν;

Την νύχτα, γράφοντας ετούτα τα λόγια, τον πένθησα πικρά, μαζί με την περασμένη νιότη μας.
Ο Θοδωρής που δεν είχε γίνει, με την κοινή μας νεανική ζωή, μνήμη, το καλό παιδί που δεν είχε γίνει ανάμνηση, έγινε μια βαθειά ταραχή και μια πίκρα μέσα μου με τον θάνατό του.

Έτσι έπρεπε, για να μην τον ξεχάσω ποτέ ξανά. 




Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Εσπερινός απαρηγόρητος


Μνήμη Γιώργου Ζουγανέλη   

«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.
 Κύριε ὁ Θεός μου, 
ἐμεγαλύνθης σφόδρα,»

Οι φωνές του ψάλτη και του βοηθού του ακούγονταν χαμηλόφωνες στο ημίφως του Ναού, σαν να γνώριζαν από πριν πως δεν πρέπει να ταράξουν τη σκέψη της. Σαν να μην ήθελαν να τους ακούσει και να θυμώσει κι άλλο.

Ναι, της φαινόταν ο θυμός. Την είχε καταφάει.

Ξερακιανή, μαυροντυμένη, με τα μαλλιά της, υπολείμματα παλιού καρέ, να ασπρίζουν λίγο άγρια και απότομα. Αν τα είχε πιο μακριά, θα θύμιζαν μάγισσα. Τα έκοβε μόνη της, δεν ήταν κι ωραίο να κρέμονται «μοιραία» στην ηλικία της. Οι κόρες της επέμεναν να τα βάψει ξανά.

- Δεν μπορούμε να σε βλέπουμε, βρε μάνα, έτσι.
- Πώς «έτσι»;, τους αντιγύριζε, τι ακριβώς πάει να πει «έτσι»;

Είχε ονειρευτεί τη ζωή της «κανονική». Σπουδές, γάμος, παιδιά, δουλειά… και την είχε τακτοποιήσει έτσι όπως την ήθελε.

- Δυο παιδιά θα κάνουμε Σπύρο, του έλεγε, κι αν έρθει και τρίτο, καλοδεχούμενο. Μέχρι εκεί.

Και ήρθε το τρίτο, ο γιος της. Και ήταν «ο γιος της» μέχρι πριν εννέα μήνες.

Ο Σπύρος είχε πεθάνει νωρίς. Σχεδόν μετά τον πατέρα της. Νέος, πάνω που τον χρειαζόταν για να στηρίξουν τα παιδιά τους.
Άπλωσε το χέρι της και ίσιωσε το κερί. Έγερνε, θα έσταζε στο τραπεζομάντιλο να το λεκιάσει.

Οι ψάλτες συνέχιζαν. Είχαν φωνές καθαρές και βαθιές. Ο ένας της φαινόταν λίγο φάλτσος, αλλά διάβαζε όμορφα.

«οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ, καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει.»

Μπουκιά δεν μπορούσε να βάλει στο στόμα της. Εκείνη που παλιότερα, ακόμη και στενοχωρημένη, μην σου πω κυρίως στενοχωρημένη, έτρωγε σαν από ένστικτο αυτοσυντήρησης, να μην αρρωστήσει.

Η νεωκόρος την πλησίασε ήσυχα. Της έδωσε το χαρτί με τα ονόματα. Σαν να της φάνηκε πως την κοίταζε με οίκτο. Δεν είχε βέβαια τέτοια εικόνα, για λύπηση, αλλά πού ξέρεις, μπορεί η νεωκόρος να ήξερε, και γι αυτό.

Αισθάνθηκε ότι βρίσκεται εδώ ματαίως. Προς τι τα μνημόσυνα και οι προσευχές; Σχεδόν δεν της έβγαιναν οι προσευχές.

Οι ψάλτες υμνούσαν την ομορφιά της δημιουργίας. Πόσο πολύ τους είχε αγαπήσει αυτούς τους ψαλμούς… Τι υπέροχα τραγούδια ψυχής… Η λάμψη και η γλωσσική τους αρτιότητα ήταν τέτοια που η παράδοση, Χριστιανική και Εβραϊκή, αδυνατούσε να τα αποδώσει σε απλούς ανθρώπους και τα ονόμασε του Προφητάνακτα Δαυίδ. Όποιος και να τα είχε γράψει όμως, μεγαλείο. Κι αυτός, ο 103ος, αγαπημένος της.

Δεν μπορούσε να τον απολαύσει. Τίποτα δεν μπορούσε να απολαύσει πια. Αισθανόταν σαν μια μαύρη χαραμάδα από την οποία περνούσε και χανόταν ο χρόνος. Δεν ζούσε. Απλώς ήταν εδώ.

Κάποτε νόμιζε ότι είχε εφόδιο την πίστη της. Τότε που όλα πήγαιναν καλά. Σήμερα αμφέβαλε. Δηλαδή δεν ήξερε καν αν αυτό που αισθανόταν ήταν αμφιβολία ή κάτι πιο βαθύ και οριστικό.

Κοίταζε τους ψάλτες. Του ενός το σώμα στιβαρό σαν αθλητή, του άλλου άψητο και νωθρό.
Τι κοιτάζω; αναρωτήθηκε, και έπιασε να ισιώσει πάλι το κερί.

Σχεδόν δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν γύρω της. Αδυνατούσε να μετέχει στην ακολουθία. Αισθανόταν σαν οι φωνές, οι οσμές και οι εικόνες του χώρου να αποτελούσαν έναν πίνακα κι εκείνη μέρος του αλλά και εξωτερικός θεατής.
Ήξερε που στεκόταν. Στο γνωστό της κάθισμα της πρώτης σειράς. Σαράντα χρόνια που πήγαινε σ’ αυτόν τον ναό, από τότε που παντρεύτηκε, εκεί καθόταν. Τότε πίστευε βαθιά. Όμως στον πόνο λύγισε.

Αύριο ήταν τα εννιάμηνα του Κώστα. Θα μνημόνευε μαζί και τον Σπύρο και τον πατέρα της. Έπρεπε όμως να τελειώσει ο Εσπερινός για να διαβάσει ο παπάς το κόλλυβο και τα ονόματα. Το θυμιατό κουδούνισε ενοχλητικά.
«αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται αντανελείς το πνεύμα αυτών, και εκλείψουσι και εις τον χουν αυτών επιστρέψουσι»
Ούτε ο ψαλμός, ούτε το γαλήνιο φως του ναού, ούτε το υπέροχο θυμίαμα, ούτε το καθαρό πρόσωπο του ιερέα ήταν ικανά να της δώσουν αυτό που ήθελε.

Τα λόγια το έλεγαν καθαρά: «Όταν όμως αποστρέψης το πρόσωπόν σου, θα καταληφθούν τα πάντα από ταραχήν και τρόμον. Τους αφαιρείς την ζωογόνον πνοήν και σβήνουν από την ζωήν και επιστρέφουν εις το χώμα, από το οποίον επλάσθησαν.»

Αυτός, ο Θεός, του είχε πάρει τη ζωή. Είχε αποστρέψει το πρόσωπό του από το παιδί της. Του αφαίρεσε την πνοή. Και τώρα το παιδί της γίνεται χώμα. Επιστρέφει στο χώμα από το οποίο πλάστηκε.

Κοίταξε μια τον θόλο και μια την Ωραία Πύλη. Σε λίγο θα έβγαινε ο παπάς για την απόλυση. Το σώμα της τραντάχτηκε ολόκληρο. Τι ήρθε να κάνει εκεί; Να προσευχηθεί; Γιατί; Για να συγχωρήσει ο Θεός τις αμαρτίες του παιδιού της; Τι αμαρτίες;

Και τον Θεό που αφήνει να ζουν οι μάνες και να πεθαίνουν τα παιδιά τους, ποιος θα τον συγχωρήσει;



*Από την συλλογή Κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2017. 
Πρώτη δημοσίευση diastixo.gr 

Για τον Γιώργο Ζουγανέλη διαβάστε ΕΔΩ 






Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

«Ο χαρταετός της», από την συλλογή: Κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2017.


Είχε ένα φιλί ζωγραφισμένο στην άκρη. Έτσι λοιπόν, καθώς πετούσε, φιλούσε τον αέρα που έσχιζε γοργά, ο χαρταετός της.

Κάθε που στροβιλιζόταν κυκλοτερά -σαν να  ζωγράφιζε στα σύννεφα φιλημένα μάγουλα- μικρά «Ααααχ!»  ξέφευγαν  ανάμεσ' απ' τα χείλη της και δώσ’ του συνέχιζε να τρέχει και να τραβά την καλούμπα της για να τον στείλει ψιλότερα.

Ένας λευκός χαρταετός, τόσο αλλιώτικος από τους άλλους, ο δικός της.
Πόσο ωραίο παιχνίδι! Χαρούμενο και εξαντλητικό μαζί.

Ο ήλιος και το ελαφρύ αεράκι ρόδιζαν τα μάγουλά της. Η χαρά γυάλιζε το πρόσωπό της. Η ευτυχία ανέμιζε το φουστάνι της. Καρό, λευκό με γαλάζιο, με μικρά κάνιστρα λουλουδιών πολύχρωμα στο κέντρο των τετραγώνων του.  
Κείνη την ημέρα το πρωτοφόρεσε. Της το ’χε ράψει η μάνα της. Έδενε με μια λωρίδα φαρδιά στο λαιμό, μακρύ κι εφαρμοστό ως τη μέση, άφηνε να διαγράφονται τα φρεσκοφτιαγμένα στήθη της.

«Λεμονάκι μυρωδάτο…», της τραγουδούσαν στη γειτονιά, «…κι από περιβόλι αφράτο.»… και λίγο καμάρωνε, λίγο ντρεπόταν που τους άκουγε.

Καμάρωνε κι η μάνα της, η Μπίλιω, ξανθιά, ξασμένη κι άσχημη. Πώς είχε βγάλει τέτοιο πλάσμα από τα σπλάχνα της; Ο θεός φαίνεται θα της το χρωστούσε τέτοιο δώρο.

Η μέρα κυλούσε δροσερή στο λόφο.

-Έλα, έλα εδώ.
- Λίγο ακόμη, μαμά, σε παρακαλώ.
-Έλα αμέσως. Ήρθε ο θείος, που σου έλεγα.

Τρέχοντας πήγε ως εκεί κι άρχισε να τραβά το σπάγκο ως να ‘ρθει το ζωγραφισμένο φιλί στα πόδια της. Χαμογελούσε.

-Ο θείος είναι καλός, μη φοβάσαι.

Δεν άκουγε. Φοβόταν. Δίπλωνε βιαστικά την κλωστή στο ξυλαράκι και τραγούδαγε: «Λε κάλε λεμονάκι μυρωδάτο, λεμονάκι μυρωδάτο κι από περιβόλι αφράτο.»

Άρπαξε το χαρταετό στην αγκαλιά της να μην της τον πάρουν.
Είχε ένα φιλί ζωγραφισμένο στην άκρη, λευκός και παράξενος.
Έτσι καθώς τον κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά της -χαρτί με κορμί- ήταν σαν να πρωτοφιλήθηκαν τα χείλη της.

Η Μπίλιω την κοίταξε λαίμαργα και την έσπρωξε από τους ώμους. 

-Μην φοβάσαι.

Σταλαγματιές σιωπής η στιγμή, ήρθε και στάθηκε μετέωρη να τους κοιτά, καθώς τα χρήματα αλλάξαν χέρια.


Ελένη Λιντζαροπούλου 

Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί φωτογραφία της Venthesikimi Soukoulis 


Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Αι γενεαί πάσαι


Ο παππούς μας ο Χρήστος ήταν τσαγκάρης και κομουνιστής. Την Μ. Παρασκευή δεν έβαζε μπουκιά στο στόμα του και τα σφυριά και οι τανάλιες του έμπαιναν στην άκρη ως ένδειξη τιμής στον θάνατο ενός αθώου. Αυτό έλεγε. Τιμούσε τον Χριστό ως άνθρωπο και Θεό και σιχαινόταν τις μετά από αυτόν μαντεψιές και προφητείες. Έλεγε μάλιστα ότι "μετά Χριστόν πας προφήτης γάιδαρος". Φλιτζανούδες, χαρτορίχτρες και οι λοιποί ήταν για κείνον κόκκινο πανί. Δεν ανεχόταν δεισιδαιμονίες στο σπίτι του. Η γιαγιά μας η Ελένη ήταν κλωστοϋφαντήρια, πάντα αριστερή ως τον θάνατό της, με πήγαινε παιδί στην αποκαθήλωση, κι όταν την ρωτούσα γιατί έκλεγε μου αποκρινόταν με πικρή σιωπή. Αργότερα κατάλαβα, είχε χάσει κι εκείνη έναν γιο στην Κατοχή.
Με τους παπάδες και οι δυο δεν τα είχαν πολύ καλά. Η μια γιατί θύμωνε που δεν την κοινωνούσαν επειδή μετά το τέταρτο παιδί «φυλαγόταν» ο άλλος γιατί «ρουφούσαν το αίμα του λαού μαζί με την πλουτοκρατία». Το ίδιο δεν τα πήγαιναν καλά και με τους συνδικαλιστές, «αυτοί σε πουλάνε ως να πεις κύμινο», έλεγε η γιαγιά, «σε βάζουν μπροστά κι εκείνοι τα βρίσκουν με τ’ αφεντικά». Και με τα κομματικά στελέχη είχαν θέματα, «να προσέχεις», μου έλεγαν, «πολλοί από αυτούς είναι τσιράκια της Ασφάλειας». Δεν έπεσαν έξω.
Ο παππούς πολέμησε στην Αλβανία κι αργότερα στο Αντάρτικο. Ποτέ δεν ζήτησε και ποτέ δεν πήρε τίποτα και καλά έκανε. Για κείνον όλα ήταν απόλυτα φυσικά, ήταν αγάπη για την πατρίδα. Το ίδιο και η γιαγιά. Ποτέ δεν βαρυγκώμησε. Ποτέ, ούτε ένα «αχ» προς την ζωή παρότι έζησε δυο πολέμους και έχασε τον πατέρα της στην Μικρασιατική Καταστροφή.
Μέσα σε όλη τους την σοφία, απόσταγμα ζωής, ποτέ δεν μπέρδεψαν τον κλήρο με τον Χριστό, τους συνδικαλιστές με τον αγώνα, τα στελέχη με την ιδεολογία, το κράτος με την Πατρίδα. Με άλλα λόγια ποτέ δεν έχασαν από τα μάτια τους την Αλήθεια. Γιατί αυτό; Μα γιατί τόσο ο Χριστός, όσο και ο αγώνας, το Κόμμα και η Ελλάδα, ήταν για κείνους βίωμα. Ήταν αγαπητικός τρόπος ζωής.
Πέθαναν και οι δύο την ίδια ημέρα, με 28 χρόνια διαφορά. Πάντα τους μνημονεύουμε και δεν ξεχνάμε εκείνα που μας δίδαξαν. Η παρουσία τους στην ζωή μας υπήρξε ευλογία και συνεχίζει να είναι. Καλή Ανάσταση.

Μ. Σάββατο 11 Απριλίου 2015 

Ο πίνακας είναι του Χρήστου Μποκόρου 


Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

"Χωρίς το φυλακτό μου δεν ζω" - Η γυάλινη άνοιξη

Η Άνοιξη

Εύκολα πνίγεται στις νύχτες
Αργοπεθαίνει στα τι; και τα πως;
Διαθλάται σε εκατομμύρια αναπάντητες ερωτήσεις
Αποσυντίθεται στην ευκολία και την ιστορία



Το ευπαθέστερο από τα αντικείμενα που κουβαλούσε, ήταν η γυάλινη της άνοιξη.
Ένα μικρό κουτί από φυσητό γυαλί μ’ έναν ελάχιστο μηχανισμό μέσα του που έπαιζε μουσική.

Τις νύχτες, το άνοιγε μπρος της κι άκουγε… κι άκουγε… ώρες.
Το ‘χε αποθέσει προσεχτικά-σε άσπρα μαλακά χαρτιά μέσα διπλωμένο-στη βαλίτσα της, ξέροντας πως, εκεί που θα πήγαινε και στο δρόμο που θα περπατούσε, ήταν όλο κατρακύλες και γρεμνά. Όμως αντί να πάρει μαζί της τα πιο απαραίτητα σ’ ένα σακούλι ελαφρύ, εκείνη, ήθελε να έχει κι όλα τα άλλα που φοβόταν μην της χρειαστούν.
Βιβλία, χαρτιά και μολύβια, ένα σεντόνι, μια παλιά καμπαρτίνα για το κρύο, νερό, ένα ψαλίδι, βελόνες και κλωστές, παλιές φωτογραφίες των παιδικών τους χρόνων, αφιερώματα, μια εικόνα τ’ Αι-Γιαννιού, τα πιατελάκια για το γλυκό και το μεγάλο μπουκάλι με το λικέρ της προγιαγιάς της.

Όσο τα μάζευε και τα εναπέθετε στη βαλίτσα με τάξη, νόμιζε ότι όλα της τραγουδούσαν, τίποτα δεν μπορούσε ν’ αφήσει έξω.
Λες να έπαιρνε και τη ρόμπα, κι εκείνο το ωραίο κομπινεζόν;
Αμ, το κομπολόι, πού θα πήγαινε χωρίς το κομπολόι;
Ε, τσατσάρες και τα λοιπά, δεν χρειαζόταν. Είχε κοντά μαλλιά, μην την ζαλίζει ο άνεμος.

Θα πήγαινε αρχικά με το ποδήλατο ως τη μεγάλη μεγάλη κατηφόρα και μετά θα το έκοβε με τα πόδια.

Δεύτερο ζευγάρι παπούτσια δεν πήρε, τι να τα κάνει, μήπως θα ξαναγύριζε; Στο κάτω κάτω της γραφής, και που τα φορούσε, μήπως προστάτεψαν ποτέ τα πόδια της;
Α, μπα… δεν θα έπαιρνε. Εξ άλλου τα παπούτσια, της είχαν κάνει τη μεγάλη ζημιά.
Έβλεπε ότι τα φορούσε και δεν πρόσεχε πού πατάει. Νόμιζε ότι άντεχε, νόμιζε ότι άντεχαν. Τα παπούτσια ήταν η μεγαλύτερη αυταπάτη κι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Οι άνθρωποι εγκλωβίζονταν στα παπούτσια τους, ήταν γι αυτούς η ασφαλής γνώση του κόσμου. Όχι γιατί τους εξασφάλιζαν σταθερή περπατησιά, αλλά γιατί δεν τους επέτρεπαν να ξεφύγουν από την προδιαγεγραμμένη πορεία: γέννηση-αφομοίωση-θάνατος. Ενώ η ξυπολησιά; Υπέροχη…

Μέρες έμενε έτσι, με τα δάχτυλα του δεξιού της ποδιού ν’ ανταποκρίνονται στα χάδια του γάτου και το χαμόγελο της αίσθησης από υγρό χορτάρι στα χείλη.
Όμως τώρα…
Τώρα έπρεπε να φύγει. Ο γάτος δυσπιστούσε και το χορτάρι ξεραινόταν κρυφά.
Έπρεπε να φύγει.

Το ψάθινο καπέλο το είχε κρεμασμένο στο λαιμό από τον καιρό του τίποτα.
Το φόρεσε χαμηλά, να την κρύβει από τον κόσμο και ξεκίνησε με ορθοπεταλιές.
Η κατηφόρα δεν θα ήταν μακριά έτσι όπως έτρεχε.

Ξεκαβαλίκεψε ακριβώς στην αρχή. Θα άφηνε το ποδήλατο στη ρίζα του βράχου, όλο και κάποιος θα το χρειαζόταν μετά απ’ αυτήν.
Πήρε με τα δυο της χέρια τη βαλίτσα, μια υποψία καρό σε εκρού φόντο, κι άρχισε να βαδίζει γοργά.

-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.

Πού να συμφιλιωθεί;

-Θα μαζεύω χορτάρι για τη φάτνη μου.
-Θα στήνω ξόβεργες να ‘ρθουν τα πουλιά.
-Θα εξημερώνω νυχτερίδες.
-Θ’ ανάβω τις νύχτες φωτιές.
-Θα χορεύω με τα μυρμήγκια.
-Θα τραγουδώ στις πρωινές δροσιές.
-Θα χαϊδεύω τα μυστικά των βιβλίων.
-Θα κλέβω από τις μέλισσες και θα δαγκώνομαι με τις σφίγγες.
-Θα λέω αινίγματα στα διαβατάρικα σαλιγκάρια.

Μια βουερή ταραχή έσυρε και την πάγωσε ως τα βάθη του ύπνου της.
Άνοιξε τα μάτια.
Το τηλέφωνο... Την είχε ξυπνήσει πάλι το τηλέφωνο.
Έσυρε το βλέμμα στα αντικείμενα. Στη θέση τους.
Τα ίδια γύρω της και το ίδιο εντός της. Κενό, απίστευτο κενό.
Μουδιασμένη κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή.
Λέξεις, μόνο λέξεις…
Ούτε ένας λόγος.
Όλα υποταγμένα στην πολυσχιδή διάχυση του τίποτα.

Γύρισε την καρέκλα της και γονάτισε στο πάτωμα.

Ήθελε να προσευχηθεί στη δικαιοσύνη των αστεριών, και είπε:
-Χριστέ μου;


9/4/2009


Τ.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Λογοτεχνικό Σάββατο - "Και στην ησυχία της νύχτας..."


 Με πέρασε για άλλη

Η πεταλουδίτσα στην κουρτίνα με έκανε να ξεφύγω για λίγο από τα όνειρα του δεύτερου ύπνου.

Τι το ήθελα και ξανακοιμήθηκα όμως, τι το ήθελα;

Είδα έναν άντρα στον ύπνο μου. Ελαφρύ σαν πούπουλο και λιγνό.
Είχε γλιστρήσει σ’ έναν αφύσικα μεγάλο υπόνομο.
Καταματωμένος, αιωρούνταν πάνω από το απύθμενο κενό. Τον έπιασα με τα χέρια μου και τον τράβηξα έξω, σχεδόν τον σήκωσα στον αέρα.

Είδα την αγαπημένη μου φίλη να τσακίζεται από τα κύματα πάνω στις πέτρες. Την έσυρα κι αυτήν χωρίς κανένα αίσθημα κόπου.

Ύστερα χάθηκα ή μήπως ήταν πριν αυτό;

Με φιλούσες, λέει, όπως πάντα.
Ξύπνησα άδεια…

Με τη γεύση της νύχτας. Με την αίσθηση του κενού. Προστατευτικό άδειο. Γνώριμο κενό. Δεν ένιωθα τίποτα. Τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα, μα εγώ εμπόδιζα την ψυχή μου να νιώσει. Με νύχια και με δόντια την κράταγα στο χείλος ενός ορίζοντα γεγονότων. Ήθελε να βγει έξω, να συνειδητοποιήσει. Να πενθήσει. Δεν την άφηνα.

Ύστερα το μάτι μου έπεσε στην πεταλουδίτσα. Ακίνητη κάτω κάτω στην κουρτίνα. Ψυχούλες τις λέγαμε κάποτε. Ψυχές των αγαπημένων νεκρών, που νοστάλγησαν τις δικές μας και ήρθαν να μας ανταμώσουν.

Ξάφνου η αθάνατη ψυχή μου, καταδικασμένη να ακροβατεί στις παρυφές της ζωής και του θανάτου, χάθηκε σε μια άκρη στα βάθη του λυτρωτικού πόνου της μνήμης.

Γιωργία
Αμαλία
Αγαπημένοι μου παππούδες και γιαγιάδες
Γείτονες
Παλιοί σύντροφοι
Σία

Χωρίς σειρά. Χωρίς καμία σημειολογική καταγραφή στο Προσκλητήριο.

Κουλουριάστηκα σ’ αυτήν την άκρη, ζάρωσα, εκμηδενίστηκα.
Τι ωραία…
Θα έμενα εδώ, έτσι κι αλλιώς, πάντα κρυβόμουν.
Κανείς δεν θα το καταλάβαινε.
Θα έκανα πως η ζωή συνεχίζεται.

Αυτό ήθελα να ξέρουν από μένα.

Όλα τα υπόλοιπα τα είχα κρατήσει για τον έρωτα.
Την αλήθεια
Την παράδοση
Την υποταγή
Το πάντα

Μα κι εκείνος δεν είχε μάτια να με δει
Με πέρασε για άλλη


Ε. 
14/4/2009

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Τα προικιά της


Άπλωνε, καιρό τώρα, τα προικιά της στο ήλιο. Δεν είχε τίποτε άλλο να τα κάνει. Μόνη ήταν. Δούλεψε χρόνια για να τα φτιάξει, γέμισε σεντούκια με λεβάντες για να τα φυλάξει, τα φρόντισε, μα έτσι μόνη που ήταν και τα χρόνια περνούσαν χωρίς να τα χαίρεται κανείς, είπε να τα απλώνει να τα βλέπει η ίδια.

Σεντονάκια απαλά, ανοιξιάτικα, κουβέρτες χνουδάτες, παπλώματα ζεστά κατακόκκινα, στρωσίδια και στολίδια. 
Αλλού είχε κεντημένες σταγόνες βροχής και πουλιά που κελαηδούσαν, αλλού είχε πλέξει γύρω γύρω δαντελένιες καλημέρες, αλλού κάτι ροζ γατίσιες μυτούλες κι ένα κοριτσάκι που έπαιζε με ξέπλεκα μαλλιά. Στο πιο μεγάλο σεντόνι της, το πιο όμορφο, είχε κεντήσει πάνω αρμαθιές παραμύθια και χρώματα.
Ροδαλό για την Αγάπη, γαλάζιο για την Ελπίδα, κίτρινο για την Ελένη, πράσινο για την Αφροδίτη. Από τις μικρές αόρατες τρυπούλες που άφηναν οι βελονιές πίσω τους είχε περάσει καμπανούλες με γράμματα, ρο και ωμέγα και όμικρον και άλφα να ταιριάζουν όλα στην ομορφιά των λέξεων που είχε μέσα της.

Ο ήλιος τα χάιδευε, η βροχή - που και που σαν ξεχνιόταν να τα μαζέψει - τα ξέπλενε, ο αέρας τα στέγνωνε κι αυτά εκεί δεν έχαναν την λάμψη τους. Ακόμη και στη συννεφιά εκείνα φάνταζαν πιο μυστικά, πιο όμορφα.
Μια μέρα πέρασε από την αυλή της ένας ξένος. Όμορφος, ψηλός, με απρόσιτες γωνίες στο πρόσωπο και τρυφερά μάτια.
-Να ξαποστάσω, είπε, είμαι κουρασμένος.

Εκείνη από τα χείλη του κατάλαβε τα λόγια του. Τρόμαξε λίγο από τις απρόσιτες γωνίες του προσώπου του και σκέφτηκε να τον διώξει, μα τα τρυφερά μάτια του κι η κούρασή του η τόση την έκαναν να τον εμπιστευτεί. Μόνο ένας καλός άνθρωπος μπορεί να έχει κουραστεί τόσο πολύ και να έχει ακόμη τρυφερά μάτια, σκέφτηκε. Του έστρωσε να φάει, του πρόσφερε νερό να πλυθεί και μια γωνιά ν’ αναπαυθεί όσο ήθελε.

Τι κρίμα, σκέφτηκε εκείνος, αμίλητη, μα είναι τόσο όμορφη, και ζεστή και φιλόξενη. Πού να βρεις άλλη τέτοια; Να μπορούσα να την πάρω. Μα έχω γυναίκα αλλού και δυο κόρες της παντρειάς… Να μπορούσα, σκέφτηκε, καθώς άπλωνε το χέρι να της αγγίξει το πρόσωπο.
Εκείνη, είχε τόσο μεγάλη λαχτάρα να την αγγίξουν που ούτε σκέφτηκε τίποτα. Του άπλωσε τα καλύτερα σεντόνια της με τα ροδαλά πρόσωπα των παραμυθιών να τον συντροφεύουν, του έκανε ίσκιο να δροσίζεται και γωνιά ν’ απαγκιάζει.

Έγερνε τα ματόκλαδά της και τον κρυφοκοιτούσε να χαίρεται και τον καμάρωνε.
Τον έλουζε με διάφανες σταγόνες βροχής, τον χτένιζε με τις άκρες της φτέρης, τον κοίταζε στα μάτια και χόρταινε μόνο που μπορούσε να τον βλέπει.
Και ο καιρός περνούσε. Όπως περνάει πάντα ο καιρός στα παραμύθια.
Και ο καιρός περνούσε και δεν ξέρω να σας πω τι γίνηκαν εκείνη και ο ξένος.
Ούτε τα προικιά της βλέπω πια απλωμένα στο φως.   


Ε.Λ.

από την συλλογή "κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα"