Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό Σάββατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικό Σάββατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

"Χωρίς το φυλακτό μου δεν ζω" - Η γυάλινη άνοιξη

Η Άνοιξη

Εύκολα πνίγεται στις νύχτες
Αργοπεθαίνει στα τι; και τα πως;
Διαθλάται σε εκατομμύρια αναπάντητες ερωτήσεις
Αποσυντίθεται στην ευκολία και την ιστορία



Το ευπαθέστερο από τα αντικείμενα που κουβαλούσε, ήταν η γυάλινη της άνοιξη.
Ένα μικρό κουτί από φυσητό γυαλί μ’ έναν ελάχιστο μηχανισμό μέσα του που έπαιζε μουσική.

Τις νύχτες, το άνοιγε μπρος της κι άκουγε… κι άκουγε… ώρες.
Το ‘χε αποθέσει προσεχτικά-σε άσπρα μαλακά χαρτιά μέσα διπλωμένο-στη βαλίτσα της, ξέροντας πως, εκεί που θα πήγαινε και στο δρόμο που θα περπατούσε, ήταν όλο κατρακύλες και γρεμνά. Όμως αντί να πάρει μαζί της τα πιο απαραίτητα σ’ ένα σακούλι ελαφρύ, εκείνη, ήθελε να έχει κι όλα τα άλλα που φοβόταν μην της χρειαστούν.
Βιβλία, χαρτιά και μολύβια, ένα σεντόνι, μια παλιά καμπαρτίνα για το κρύο, νερό, ένα ψαλίδι, βελόνες και κλωστές, παλιές φωτογραφίες των παιδικών τους χρόνων, αφιερώματα, μια εικόνα τ’ Αι-Γιαννιού, τα πιατελάκια για το γλυκό και το μεγάλο μπουκάλι με το λικέρ της προγιαγιάς της.

Όσο τα μάζευε και τα εναπέθετε στη βαλίτσα με τάξη, νόμιζε ότι όλα της τραγουδούσαν, τίποτα δεν μπορούσε ν’ αφήσει έξω.
Λες να έπαιρνε και τη ρόμπα, κι εκείνο το ωραίο κομπινεζόν;
Αμ, το κομπολόι, πού θα πήγαινε χωρίς το κομπολόι;
Ε, τσατσάρες και τα λοιπά, δεν χρειαζόταν. Είχε κοντά μαλλιά, μην την ζαλίζει ο άνεμος.

Θα πήγαινε αρχικά με το ποδήλατο ως τη μεγάλη μεγάλη κατηφόρα και μετά θα το έκοβε με τα πόδια.

Δεύτερο ζευγάρι παπούτσια δεν πήρε, τι να τα κάνει, μήπως θα ξαναγύριζε; Στο κάτω κάτω της γραφής, και που τα φορούσε, μήπως προστάτεψαν ποτέ τα πόδια της;
Α, μπα… δεν θα έπαιρνε. Εξ άλλου τα παπούτσια, της είχαν κάνει τη μεγάλη ζημιά.
Έβλεπε ότι τα φορούσε και δεν πρόσεχε πού πατάει. Νόμιζε ότι άντεχε, νόμιζε ότι άντεχαν. Τα παπούτσια ήταν η μεγαλύτερη αυταπάτη κι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Οι άνθρωποι εγκλωβίζονταν στα παπούτσια τους, ήταν γι αυτούς η ασφαλής γνώση του κόσμου. Όχι γιατί τους εξασφάλιζαν σταθερή περπατησιά, αλλά γιατί δεν τους επέτρεπαν να ξεφύγουν από την προδιαγεγραμμένη πορεία: γέννηση-αφομοίωση-θάνατος. Ενώ η ξυπολησιά; Υπέροχη…

Μέρες έμενε έτσι, με τα δάχτυλα του δεξιού της ποδιού ν’ ανταποκρίνονται στα χάδια του γάτου και το χαμόγελο της αίσθησης από υγρό χορτάρι στα χείλη.
Όμως τώρα…
Τώρα έπρεπε να φύγει. Ο γάτος δυσπιστούσε και το χορτάρι ξεραινόταν κρυφά.
Έπρεπε να φύγει.

Το ψάθινο καπέλο το είχε κρεμασμένο στο λαιμό από τον καιρό του τίποτα.
Το φόρεσε χαμηλά, να την κρύβει από τον κόσμο και ξεκίνησε με ορθοπεταλιές.
Η κατηφόρα δεν θα ήταν μακριά έτσι όπως έτρεχε.

Ξεκαβαλίκεψε ακριβώς στην αρχή. Θα άφηνε το ποδήλατο στη ρίζα του βράχου, όλο και κάποιος θα το χρειαζόταν μετά απ’ αυτήν.
Πήρε με τα δυο της χέρια τη βαλίτσα, μια υποψία καρό σε εκρού φόντο, κι άρχισε να βαδίζει γοργά.

-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.
-Θα συμφιλιωθώ με τις σκέψεις μου.

Πού να συμφιλιωθεί;

-Θα μαζεύω χορτάρι για τη φάτνη μου.
-Θα στήνω ξόβεργες να ‘ρθουν τα πουλιά.
-Θα εξημερώνω νυχτερίδες.
-Θ’ ανάβω τις νύχτες φωτιές.
-Θα χορεύω με τα μυρμήγκια.
-Θα τραγουδώ στις πρωινές δροσιές.
-Θα χαϊδεύω τα μυστικά των βιβλίων.
-Θα κλέβω από τις μέλισσες και θα δαγκώνομαι με τις σφίγγες.
-Θα λέω αινίγματα στα διαβατάρικα σαλιγκάρια.

Μια βουερή ταραχή έσυρε και την πάγωσε ως τα βάθη του ύπνου της.
Άνοιξε τα μάτια.
Το τηλέφωνο... Την είχε ξυπνήσει πάλι το τηλέφωνο.
Έσυρε το βλέμμα στα αντικείμενα. Στη θέση τους.
Τα ίδια γύρω της και το ίδιο εντός της. Κενό, απίστευτο κενό.
Μουδιασμένη κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή.
Λέξεις, μόνο λέξεις…
Ούτε ένας λόγος.
Όλα υποταγμένα στην πολυσχιδή διάχυση του τίποτα.

Γύρισε την καρέκλα της και γονάτισε στο πάτωμα.

Ήθελε να προσευχηθεί στη δικαιοσύνη των αστεριών, και είπε:
-Χριστέ μου;


9/4/2009


Τ.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Λογοτεχνικό Σάββατο - "Και στην ησυχία της νύχτας..."


 Με πέρασε για άλλη

Η πεταλουδίτσα στην κουρτίνα με έκανε να ξεφύγω για λίγο από τα όνειρα του δεύτερου ύπνου.

Τι το ήθελα και ξανακοιμήθηκα όμως, τι το ήθελα;

Είδα έναν άντρα στον ύπνο μου. Ελαφρύ σαν πούπουλο και λιγνό.
Είχε γλιστρήσει σ’ έναν αφύσικα μεγάλο υπόνομο.
Καταματωμένος, αιωρούνταν πάνω από το απύθμενο κενό. Τον έπιασα με τα χέρια μου και τον τράβηξα έξω, σχεδόν τον σήκωσα στον αέρα.

Είδα την αγαπημένη μου φίλη να τσακίζεται από τα κύματα πάνω στις πέτρες. Την έσυρα κι αυτήν χωρίς κανένα αίσθημα κόπου.

Ύστερα χάθηκα ή μήπως ήταν πριν αυτό;

Με φιλούσες, λέει, όπως πάντα.
Ξύπνησα άδεια…

Με τη γεύση της νύχτας. Με την αίσθηση του κενού. Προστατευτικό άδειο. Γνώριμο κενό. Δεν ένιωθα τίποτα. Τα μάτια μου πλημμύριζαν δάκρυα, μα εγώ εμπόδιζα την ψυχή μου να νιώσει. Με νύχια και με δόντια την κράταγα στο χείλος ενός ορίζοντα γεγονότων. Ήθελε να βγει έξω, να συνειδητοποιήσει. Να πενθήσει. Δεν την άφηνα.

Ύστερα το μάτι μου έπεσε στην πεταλουδίτσα. Ακίνητη κάτω κάτω στην κουρτίνα. Ψυχούλες τις λέγαμε κάποτε. Ψυχές των αγαπημένων νεκρών, που νοστάλγησαν τις δικές μας και ήρθαν να μας ανταμώσουν.

Ξάφνου η αθάνατη ψυχή μου, καταδικασμένη να ακροβατεί στις παρυφές της ζωής και του θανάτου, χάθηκε σε μια άκρη στα βάθη του λυτρωτικού πόνου της μνήμης.

Γιωργία
Αμαλία
Αγαπημένοι μου παππούδες και γιαγιάδες
Γείτονες
Παλιοί σύντροφοι
Σία

Χωρίς σειρά. Χωρίς καμία σημειολογική καταγραφή στο Προσκλητήριο.

Κουλουριάστηκα σ’ αυτήν την άκρη, ζάρωσα, εκμηδενίστηκα.
Τι ωραία…
Θα έμενα εδώ, έτσι κι αλλιώς, πάντα κρυβόμουν.
Κανείς δεν θα το καταλάβαινε.
Θα έκανα πως η ζωή συνεχίζεται.

Αυτό ήθελα να ξέρουν από μένα.

Όλα τα υπόλοιπα τα είχα κρατήσει για τον έρωτα.
Την αλήθεια
Την παράδοση
Την υποταγή
Το πάντα

Μα κι εκείνος δεν είχε μάτια να με δει
Με πέρασε για άλλη


Ε. 
14/4/2009