Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Κριτική για τον Πίθο των Γυναικών από την Μαρώ Τριανταφύλλου στο Φύλο Συκής

της Μαρώς Τριανταφύλλου
Στον ομηρικό Άδη τιμωρία μεταθανάτια και μάλιστα χωρίς χρονικό ορίζοντα, αιώνια και ανελέητη, γνωρίζουν μόνο όσοι διέπραξαν έργα ανευλαβή και ανόσια που πρόσβαλαν τους θεούς και την θεία τάξη. Ο Τάνταλος, ας πούμε. Τι έκαναν, λοιπόν, οι κόρες του Δαναού για να αξίζουν τη μοίρα μιας αιώνιας τιμωρίας; Στα βάθη του Κάτω Κόσμου προσπαθούν μέρα νύχτα ματαίως να γεμίσουν ένα τρύπιο πιθάρι. Και της τιμωρίας τους ουκ έσται τέλος. Οι Δαναΐδες  -πλην μιας- διεκδίκησαν απλώς το δικαίωμα της ελεύθερης διαχείρισης του σώματος και της ζωής τους. Δεν θέλησαν το γάμο με τους γιους του Αιγύπτου κι όταν υποχρεώθηκαν να τους παντρευτούν, σκότωσαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα, πριν τις αγγίξουν. Με τέτοιες συμπεριφορές όμως, με τέτοιες διεκδικήσεις κινδύνευε η τάξη του κόσμου, που ήταν κόσμος, βεβαίως, αντρικός. Γι’ αυτό η σκληρή τιμωρία των Δαναΐδων στο διηνεκές. Πολύ αργότερα στον πρίμο χριστιανικό κόσμο αλλά και αργότερα, πολλές γυναίκες προτίμησαν την απόσυρση στο μοναστήρι παρά γάμους που δεν ήθελαν. Έτσι, με την θυσία του έρωτα, διατηρούσαν την ελευθερία τους, εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους, τον σεβασμό της κοινωνίας επίσης.
Τον μύθο των τυραννισμένων Δαναΐδων θυμάται  η Ελένη Λιντζαροπούλου στον τίτλο της ποιητικής συλλογής της  Ο πίθος των Γυναικών,  μια συλλογή με έντονο το γυναικείο στοιχείο. Ώριμη γραφή, παρότι πρώτη φορά αποφασίζει να εκτεθεί ως ποιήτρια. Στο βιογραφικό της ωστόσο υπάρχουν ευαίσθητα παραμύθια («Ο Βασίλης και ο Άϊ Βασίλης») και δοκίμια (στα οποία η θεολόγος στις σπουδές και με έντονα θεατρικά ενδιαφέροντα Ελένη Λιντζαροπούλου αναζητά το θρησκευτικό συναίσθημα στην ποίηση του Παπαδίτσα και τα χριστολογικά στοιχεία στα ποιήματα του Αναγνωστάκη).
Στην ποίησή της συνδυάζει τη φιλοσοφική αναζήτηση με μια ρωμαλέα αίσθηση της ύλης και του σώματος. Βαθύτατα χριστιανή, με ουσιαστικές θρησκευτικές αναζητήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τον Ιησού (ποιήματα όπως το «Βράδυ Πέμπτης», το «Μαρτύριο του Αγίου Θωμά», το «Μικρό Νυχτερινό για το Σάββατο»…), αναζητά τη γυναικεία της ταυτότητα μέσα από μορφές γυναικών που έρχονται από τον αρχαίο κόσμο (Ελένη, Φαίδρα, Μήδεια, αλλά και Σαπφώ…) και το σύμπαν των Ευαγγελίων (η Γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού…). Η ίδια η ποίηση και η λειτουργία της, ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι τρεις προνομιακοί θεματικοί άξονες της ποιητικής της δημιουργίας.
Ό,τι απ’ αυτούς ματώνει, γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς, θεραπεύεται.

Ξύπνησα μέσα στη νύχτα. Είχα πνιγεί με  το σάλιο μου.
Είχα τον πανικό του θανάτου, το φόβο του πόνου.
Σα να ‘μουν από πάντα ξύπνια.

Αιφνίδιος ιδρώτας.
Ντροπή
Σε θέλω
….
Ήρθα σε σένα.
Ήρθα;
Και συ δεν είχες γεννηθεί ακόμα.

Χαμογελούσες και με κατάπινε η επιθυμία σου σχεδόν σπαρακτική.
Έφηβη από πάντα.
Από πάντα απ’ την αρχή του κόσμου και του έρωτα.
Από το ναι και το νομίζω
Απ’ το ουρλιαχτό και τις σπονδές ανάμεσα στα χέρια και τα πόδια μου.
Σε θέλω
Το στόμα μου άδειο
Το σώμα μου άδειο

….
Τα δόντια μου χαράζουν τ’ όνομά σου στη  σιωπή
(«Φαίδρα», σσ.21-22)

Κεντρική έννοια ωστόσο γύρω από την οποία πλέκεται η δουλειά της αν όχι γεννιέται από αυτήν είναι η απουσία, το ελλείπον τι που βρίσκεται στη ρίζα της ύπαρξης και ζητά την πλήρωσή του, το συμπλήρωμα. Εδώ εμφανίζεται ο έρωτας ως καταιγιστική δύναμη που δίνει φωνή στο άρρητο και το αδύνατο. Γήινος, υλικός, από πάλλουσα σάρκα αλλά και έρωτας θείος ή ακόμα περισσότερο ένας δρόμος για την αναζήτηση του θείου και του Θεού.
Αν η φιλοσοφία είναι «μελέτη θανάτου», η ποίηση είναι αναμέτρηση με το θάνατο και οδός παρηγορίας. Ο θάνατος εδώ εμφανίζεται είτε κυριολεκτικά με τη νοσταλγία του νεκρού, τον πόνο της απώλειας και την απουσία («Χους ει») είτε ως στοχασμός  πάνω στην έννοια του χρόνου («Ανεξίτηλη Μέρα»).
Έξω από την ποίηση
και την προσευχή
τι άλλα
μας έχουν απομείνει λόγια
για να πούμε την αλήθεια;
 («Συζήτηση», σ. 82)
Χαρακτηριστικό της ποίησης της Λιντζαροπούλου είναι η ηρεμία. Σαν να προσπαθεί διαρκώς να αποστασιοποιηθεί από το βίωμα που γεννά το ποίημα και να το ελέγξει με το στοχασμό. Μια ποίηση  λιγόλογη και εσωτερική. Παρότι τα θέματά της θα επέτρεπαν υψηλούς τόνους και γλωσσική εκζήτηση, αποφεύγει την επιτήδευση, υιοθετεί έκφραση λιτή και σμιλεύει τη γλώσσα των στίχων της με προσοχή, αφαιρετική διάθεση και εσωτερικότητα. Στο τελικό αποτέλεσμα ο στίχος αποκτά δύναμη και επιβάλλεται.




Ελένη Λιντζαροπούλου
Ο πίθος των Γυναικών
(ποιήματα)
Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2013

Φίλο Συκής

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Παρουσίαση-κριτική της ποιητικής συλλογής «Ο Πίθος των γυναικών» της Ελένης Λιντζαροπούλου, από τον ποιητή-κριτικό Ηλία Κεφάλα. Νέα Ευθύνη, τευχ.18 Ιούλιος – Αύγουστος 2013.



Το πρώτο ποιητικό βιβλίο με μεστό περιεχόμενο πενήντα και πλέον ποιημάτων, κεκοσμημένο με δέκα σχέδια γυναικείων μορφών της Ιωάννας Ασσάνη, έρχεται να καταδηλώσει ότι η ποιήτρια Ελένη Λιντζαροπούλου έχει πάρει πολύ σοβαρά την υπόθεση της ποίησης και αξιοποιεί κατά τον καλύτερο τρόπο την αναμφισβήτητη ευαισθησία της.
Μέσα στα πολύ προσεγμένα αυτά ποιήματα ανιχνεύονται οι εν γένει σχέσεις της ποίησης με τα αισθήματα χαράς ή θλίψης και άλλες θυμικές καταστάσεις που φορτίζουν την ύπαρξη με μια αυξομειούμενη ροή καθημερινού βιοτικού φορτίου.
Η ιδιόμορφη ανάγκη της ποίησης έγκειται πάντα στη δυνατότητα αξιοποίησης των ψυχοφθόρων αιτιών μέσω των λέξεων και των πολύσημων νοημάτων τους, ώστε να προκύπτουν αμβλυντικές εξελάσεις από πόνο σε παρηγορία. Η υπαρξιακή υπόμνηση γίνεται τότε μια δικαιολογημένη ηθική διαδικασία, καθώς αναζητά το δέον και το γιατί για να επιτρέψει κάθε συνειδητοποιημένο βήμα πορείας.
Το γυναικείο βλέμμα ενυπάρχει σε όλη τη συλλογή καθώς η έμπνευση περιέρχεται μια θεματική με καθαρά θηλυκής απόκλισης προβληματισμούς, μέσα στους οποίους η γυναίκα ανυψώνεται προοδευτικά από ερωτικό σύμβολο γονιμότητας μέχρι τραγικό σύμβολο μητέρας και θεάς προστάτιδας. Οι ποιητικοί μονόλογοι για τη γυναίκα (μέσω εμβληματικών ονομάτων όπως Φαίδρα, Περσεφόνη, Ελένη, Μαρία, Πηνελόπη, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια κλπ), και πάντα μέσα από τις αντιθέσεις και αντιφάσεις των ιστορικών ή μυθολογικών προσώπων, αλλά και τους παραλληλισμούς με πρόσωπα και πράγματα του σύγχρονου βίου, καταδεικνύουν τη διαιώνιση του σωματικού πόνου που επιφέρει η ανθρώπινη συνύπαρξη και, ακόμα, της κοινής μοίρας που διέπει διαχρονικά όλα τα ανθρώπινα.
Η θρησκευτική θεώρηση των πραγμάτων επιτρέπει στην ποιήτρια την εισχώρηση στα τοπία του επέκεινα μέσα από ποιήματα-παραμιλητά υπέρ του θείου και της εν δυνάμει θέωσης των πραγμάτων.
Οι οικείοι εκδημήσαντες επανέρχονται στο προσκήνιο μέσα από το αντίβαρο της μνήμης, ενώ ο θάνατος υπεισέρχεται αλλού ρητά και αλλού υπαινικτικά ως ισχυρό θεματικό υπόστρωμα και κυρίαρχη καθημερινή κόπωση.
Η Ελένη Λιντζαροπούλου προσβλέπει με στοχαστική επιτυχία στη συλλογικότητα της ύπαρξης, από την οποία προκύπτει εννοιολογικά και η σύνθεση της συλλογικής μοναξιάς, μια μάστιγα του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Η απουσία, η έλλειψη, ο χρόνος, η παλαίωση γίνονται τα εγχάρακτα τραύματα που επιζητούν τη θέση τους μέσα στην ποίηση, ενώ δεν λείπουν και οι δοξαστικοί αίνοι προς τον έρωτα μέσω της παντοδύναμης σιωπής που παραστέκεται ομόλογα στο κάθε ποίημα ως αναπόσπαστη έννοια με ποικίλες σημασίες που επιτείνουν τα υπαινισσόμενα.
Η ζηλευτή αρχαιογνωσία επιτρέπει την άντληση θεματικών και παραβολών από τον αρχαίο κόσμο με τον τρόπο που ο κόσμος αυτός υπεισέρχεται ως οδηγικό σύμβολο στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Η επιτυχία της Ελένης Λιντζαροπούλου αποτυπώνεται πάνω στην εκφραστική συμπεριφορά των λέξεών της, καθώς πολύ εύγλωττα οι λέξεις της δείχνουν την αγωνία τους κατά τη στιγμή που προσπαθούν να γίνουν γλώσσα, ανάβοντας με αλληλουχία η κάθε μια τους το δικό της φως για να απαλύνουν έτσι εν συνόλω το σκοτάδι της άγνοιας και της γύρωθεν αναφυόμενης δυσαρμονίας. Η συνδιαλλαγή της με όλα τα εργαλεία της ποίησης όπως τους ήχους τις εικόνες, τη μουσική, την κρυμμένη απελπισία, το άγνωστο, περαιώνεται με επιτυχία καθώς ωθεί την εν κρυπτώ διαδικασία να προσδιορίσει το απροσδιόριστο.
Θα έλεγα ότι ο «Πίθος των γυναικών» περιέχει ποιήματα ανθρωπολογικής ηθικής και άμεσος στόχος του βιβλίου είναι η επίτευξη του αισθητικού μέτρου, γεγονός που η μεθοδευμένη της εργασία και η ολοφάνερη προσοχή πάνω στο κτίσιμο του κάθε ποιήματος δείχνει άνθρωπο που έχει μάθει να δουλεύει με σύστημα και υποδειγματική τάξη. Άξιος λοιπόν ο καρπός των κόπων της.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Κριτική από την Ελένη Σαραντίτη για τον Πίθο των Γυναικών



…Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται…

Σεφέρης («Μνήμη, Β’» Έφεσος – Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’)
Σαν το δελφίνι, που όταν ξάφνου εμφανίζεται δίπλα μας σε απόσταση αναπνοής, μεσημέρι καλοκαιριού, ανοίγοντας τα πλουμισμένα με ασήμια νερά, κι εμείς στη θέα του καρδιοχτυπούμε γλυκά, ακριβώς σαν το δελφίνι προβαίνει στο πλευρό του αναγνώστη η φωνή της Ελένης Λιντζαροπούλου. Κι εκείνος καρδιοχτυπά. Πλην όχι πάντοτε γλυκά. Τυχαίνει να καρδιοχτυπήσει και ανήσυχα ή ταραγμένα. Τυχαίνει και βίαια. Ή απελπισμένα. Κάποτε και λαχταρά. Συγχρόνως όμως παραδίδεται και πλέει συντροφιά με το δελφίνι, που εδώ δεν θα χαθεί. Θα τον συντροφεύσει για όσο ο αναγνώστης θελήσει – είμαι βέβαιη, για καιρό.
Ο πίθος των γυναικών τιτλοφορείται η συλλογή ποιημάτων της Ελένης Λιντζαροπούλου, που μόλις κυκλοφόρησε. Μάλιστα, είναι τα πρώτα ποιήματα που δημοσιεύει και είναι απορίας άξιον πώς και τόσον καιρό δεν επιχείρησε να μας κάνει κοινωνούς αυτής της σπουδαίας ποίησης. Των συγκλονιστικών της εικόνων. Των με προσοχή αλλά και ταραχή διαλεγμένων ωραίων λέξεων. Των στοχασμών της, που σφιχτοδένονται με αισθήματα διαρκείας.
Μα ας μπούμε για λίγο στον κόσμο της ποιήτριας, αρχίζοντας από τη «Σαπφώ Ερεσία»:

Τι να σου πω, Κυρά και Κόρη;
Θλιμμένη
Μ’ εκείνο το απόκοσμο βλέμμα των αγίων που έφυγαν
Με την κατακόκκινη ευωδιά του ζώντος πόνου
Έτσι σε έχω
Δική μου.
*
Να θυμιατίζεις, ιερή, το πάντα του έρωτα
Να θάλλεις, μεσιτεύουσα, το ποτέ της ευτυχίας.

Φειδωλεύεται τις λέξεις της τις λαμπερές η ποιήτρια, αλλά γνωρίζει τον τρόπο να τις χαράσσει. Σαν πάνω σε πέτρα. Σαν πάνω σε σίδερο καυτό. Κι αυτές εδώ δηλώνουν ταπεινά παραδοχή και αποδοχή. Σεβασμό και μνήμη. Τι ωραιότερο; Και «η κατακόκκινη ευωδιά του ζώντος πόνου», τι στίχος!
Υποστηρίζεται ότι χρονολογικά η ποίηση προηγήθηκε, σε όλους τους λαούς, από την ανάπτυξη της πεζογραφίας. Ευεξήγητο: ο άνθρωπος πρώτα πέρασε από το στάδιο της φαντασίας και ύστερα από αγώνες έφθασε στη βαθύτερη και πιο συστηματική οργάνωση της σκέψης. Κι ακόμη, καθώς λένε, αρχικώς η ποίηση ήταν μια εντελώς πηγαία και φυσική καλλιτεχνική έκφραση. Χρειάστηκε πολύς καιρός για να εξελιχθεί το αυθόρμητο αυτό ανάβλυσμα σε έντεχνη ποίηση. Πάντως το βέβαιο είναι ότι ενώ σε όλο τον κόσμο, και αναλόγως των γεγονότων ή των καταστάσεων, η ποίηση γνωρίζει περιόδους ακμής και περιόδους φθίσης, στην Ελλάδα –ανεξαρτήτως δεινών ή συνθηκών– πάντοτε ανθοφορεί.
Και δείτε εδώ, στο ποίημα «Α-γραφή», στίχους μιας ποιήτριας που μόλις τώρα μας φανερώθηκε:

Κραυγάζω γράμματα
Το μι
Το σίγμα
Το ο μικρόν και μέγα.
*
Κραυγάζω γράμματα
Τώρα που έχασα τις λέξεις.
Και μερικοί ακόμη στίχοι από το ποίημα «Γυναίκα» τιτλοφορούμενο:
Σε βρήκα πάλι με πυρπολημένα βλέφαρα
Να ξεπλέκεις τους χρησμούς στης μνήμης τ’ αργυρό πηγάδι
Πυθία άλλοτε με δάφνες
Κι άλλοτε δούλη στα υπόγεια των καιρών.
*
Ολόφωτη
Ανθοστόλιστη
Θάλλουσα
Θάλπουσα
Γυμνή στις περιφορές των αγίων
Μαινάδα
Άρπυια
Σκύλα
Σε βρήκα.

Η Πειραιώτισσα (Νίκαια, 1962) Ελένη Λιντζαροπούλου σπούδασε Θεολογία, Θεατρική Εμψύχωση, Δημόσιες Σχέσεις και Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Πέρυσι κυκλοφόρησε ένα ενδιαφέρον παιδικό βιβλίο, Ο Βασίλης κι ο Αϊ-Βασίλης. Επίσης, έχει ασχοληθεί με την ανίχνευση θρησκευτικών και χριστολογικών στοιχείων στα έργα σύγχρονων Ελλήνων ποιητών.
Τον άψογο από άποψη επιμέλειας τόμο κοσμούν δέκα εντυπωσιακά σχέδια της Ιωάννας Ασσάνη.
Αλλά ακόμη λίγοι στίχοι από το ποίημα «Κίρκη»:

Άπλωσα τα μαλλιά μου στις άκρες της θάλασσας
θα τα βρει το καλοκαίρι ξεπλυμένα.
Ύφανα το δέρμα μου στον ίσκιο σου
θα το πάρεις μαζί μου φεύγοντας.
Κρέμασα τα ρούχα μου στις ροδιές
να βαφτούν κατακόκκινες…
Ανοιχτή στη γενέθλια βοή σου
ρέω από τις άκρες των δαχτύλων σου
στάζω από τα χείλη σου
απεκκρίνομαι από τους ιδρωτοποιούς σου…

Αυτή είναι η ποίηση της Ελένης Λιντζαροπούλου. Με πειθαρχημένο ρυθμό, με συγκρατημένο αίσθημα, με ορατή την προαιώνια μνήμη της γυναίκας, αλλά και του Θείου. Και αν η έκφραση «εις τον Δαναΐδων πίθον υδροφορείν» εννοεί την άσκοπη και μάταιη προσπάθεια, οι γυναίκες στις ποιητικές συνθέσεις της είναι πλάσματα που κουβαλούν, σε πολύτιμα και σεβαστά από τον μύθο και την ιστορία αγγεία, νεράκι κρυστάλλινο για να ευφραίνεται η ψυχή του κάθε διψασμένου.

ΥΓ. Ευθύς ως τελείωσα την ανάγνωση του Πίθου των γυναικών, που έφθασε με το ταχυδρομείο αναπάντεχα, της έστειλα μήνυμα: «Αγαπητή Ελένη, με το βιβλίο σου τίμησες και τις γυναίκες και την ποίηση».


Ο πίθος των γυναικών Ελένη Λιντζαροπούλου εικονογράφηση: Ιωάννα Ασσάνη Εκδόσεις των Φίλων 

Ο πίθος των γυναικών
Ελένη Λιντζαροπούλου
εικονογράφηση: Ιωάννα Ασσάνη
Εκδόσεις των Φίλων
86 σελ.
Τιμή € 8,00







ΠΗΓΗ: diastixo.gr 

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Ελληνικό δημόσιο: «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω.»




Σε μέρες και εποχές δύσκολες σαν και τούτες που περνάμε, η εντύπωση που κάνουν όσοι αντιαισθητικά «κουνούν το δάχτυλο» ως υπερηθικοί και υπερκαθαροί ή όσοι «τρίβουν τα χέρια τους» με την εργασιακή αβεβαιότητα και την απόγνωση στην οποία βρίσκονται καθημερινά χιλιάδες εργαζόμενοι, είναι τουλάχιστον εμετική. 

Το ελληνικό δημόσιο ήθελε και θέλει αναδιοργάνωση εκ βάθρων, αξιολόγηση, στοχοθεσία, προγραμματισμό, ευελιξία, εκσυγχρονισμό, επανεκπαίδευση, με ζητούμενα την παραγωγικότητα, την βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών, την μείωση του κόστους λειτουργίας. Μέχρι σήμερα δεν έχω δει κανένα μέτρο που να οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα βλέπω σπασμωδικές κινήσεις, καταργήσεις κλάδων και υπηρεσιών, πυροτεχνήματα που θίγουν στην ουσία τους την κοινωνία. Θλιβερό και αναποτελεσματικό.
Αυτό που με θλίβει όμως πιο πολύ και από την αγωνία που συναντώ στα πρόσωπα των ανθρώπων που χάνουν σε μια στιγμή την δουλειά τους και βλέπουν τις ζωές τους μετέωρες, είναι η στάση κάποιων από εμάς. Η μίζερη στάση του «καλά να πάθετε»… Αντί η κοινωνία η ίδια να έχει απαιτήσει την βελτίωση του δημόσιου τομέα, την διεύρυνση ποιοτική και ποσοτική των παρεχομένων υπηρεσιών, τότε που μπορούσε να το κάνει, εκείνη διαγκωνιζόταν για το πώς θα «χώσει» και θα «χωθεί», πώς θα βολευτεί για να αράξει. Σήμερα όποιος τότε τα κατάφερε αγωνιά και όποιος δεν τα κατάφερε, ενώ πολύ θα το ήθελε και πολύ το είχε επιδιώξει, χαίρεται με την καταστροφή του άλλου… τι άθλιο.

Μαζί με τους χωμένους και βολεμένους αγωνιούν και όλοι εκείνοι που διεκδίκησαν, με τις σπουδές τους και τις εξετάσεις που έδωσαν, μια θέση στο δημόσιο και την κέρδισαν επαξίως. Αγωνιούν και άνθρωποι που καθημερινά μοχθούν στα πόστα τους. Αγωνιούν άνθρωποι που υπηρετούν σε θέσεις και υπηρεσίες που μόνο ο δημόσιος τομέας μπορεί να έχει και μόνο ο δημόσιος τομέας τις έχει, στο μεγαλύτερό τους βαθμό, για όλους τους πολίτες. …

Μακάρι να έκοβαν χιλιάδες θέσεις από τον δημόσιο τομέα και να τις επέστρεφαν στην κοινωνία με παροχές… μακάρι. Στο τέλος τέλος από τα χρήματα της κοινωνίας πληρωνόμαστε. Αν δεν μας χρειάζεται η κοινωνία ας μην υπάρχουμε. Όμως δεν γίνεται έτσι… Αντίθετα πετσοκόβονται, δήθεν για να συμμαζευτούν τα κακώς κείμενα, υπηρεσίες αναγκαίες για την καθημερινότητά μας, την ποιότητα της ζωής μας, την ασφάλειά μας… Εμείς όμως δεν ξεσηκωνόμαστε, δεν αντιδρούμε, δεν… δεν… δεν… Σκεφτόμαστε, και φωναχτά μάλιστα, «να ξεραθεί ο κήπος του γείτονα».

Χαιρόμαστε που έκλεισαν την ΕΡΤ. Μας είναι αρκετή η ιδιωτική τηλεόραση.  Χαιρόμαστε που κόβουν την δημοτική αστυνομία, τις καθαρίστριες από τα σχολεία, τις δομές στην ψυχική υγεία, τους εκπαιδευτικούς, τους εργαζόμενους στους παιδικούς σταθμούς κλπ κλπ  «Καλά να πάθουν»…
Εμείς θα παράγουμε πολιτισμό και ενημέρωση μόνοι μας, θα εμποδίζουμε το παράνομο παρκάρισμα και θα προστατεύουμε τους ελεύθερους χώρους μόνοι μας, θα διδάσκουμε τα παιδιά μας μόνοι μας, θα αντιμετωπίζουμε κάθε πρόβλημα μόνοι μας… Τι να τους κάνουμε όλους αυτούς τους τεμπέληδες, τους βολεμένους και χαραμοφάηδες; Αφού δεν είμαστε εμείς στη θέση τους… καλά να πάθουν.
Συνηθίσαμε να προσθέτουμε πάντα τα αρνητικά, εκείνα που δεν κάνει το δημόσιο…
Τα θετικά, αυτά που κάνει, αυτά που παρέχει στην κοινωνία όπως οφείλει, πότε θα τα αθροίσουμε; 

Πότε θα διεκδικήσουμε και θα προστατέψουμε αυτά που οφείλει το κράτος να μας παρέχει μέσω των υπαλλήλων του; 

Πότε θα πάψουμε να χαιρόμαστε με κάθε κομμένη παροχή;
Πότε θα πάψουμε να φθονούμε, αντί να επαινούμε ή να ψέγουμε, αναλόγως με την εργασιακή συμπεριφορά του άλλου;
Πότε θα ξεφωνίσουμε: Αξιολόγηση τώρα – επαναπροσδιορισμός – κίνητρα;

Ας μπουν στόχοι και κριτήρια στον δημόσιο τομέα και όποιος δεν τα καλύπτει, ας φύγει…
Ας διεκδικήσουμε ένα καλύτερο δημόσιο… ας εργαστούμε σε ένα καλύτερο δημόσιο… Αν αντέχουμε να γίνουμε καλύτεροι ως κοινωνία. Αν νομίζουμε ότι μας αξίζει ως κοινωνία.


Στην Κατερίνα και σε όλα τα παιδιά της Δημοτικής Αστυνομίας μαζί με ένα μεγάλο ευχαριστώ για την πολύτιμη συνεργασία.

 9/7/2013

Ελένη Λιντζαροπούλου 
 
 

ΥΓ… μην δω να εκπαιδεύουν δήθεν αξιολογητές σε σεμινάρια που ρέει άφθονο το ευρωπαϊκό χρήμα… θα θυμώσω.

ΥΓ 2… το κείμενο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τις παθογένειες του δημοσίου τομέα οι οποίες οφείλονται και στην ολιγωρία ή την τεμπελιά, κάποιες φορές και την ανικανότητα ή την αδιαφορία των εργαζομένων, το αντίθετο μάλιστα.