Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ξημερώνει απεργία…



Εις μνήμην Μιχάλη Σεραφετινίδη

Χρωστώ χρέος μέγα στους δασκάλους μου όλους. Όχι μόνο γιατί μου έμαθαν τα περισσότερα από όσα γνωρίζω, αλλά, κυρίως, γιατί μου έμαθαν να μαθαίνω και να αγαπώ τη μάθηση και τη γνώση. Ως τώρα, που πέρασα τα 50, δεν σταματώ… έχει γίνει πια φύση.
Το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο, το βλέπω να συμβαίνει και σε όλους τους συμμαθητές μου και πιο πολύ στις συμμαθήτριές μου του Λυκείου. Δεν τις βλέπω βολεμένες κι ας μην το καταλαβαίνουν πολλές φορές και οι ίδιες. Κουβαλούν πάνω τους τα σημάδια της γενιάς μας, μιας γενιάς που πήγε στο γυμνάσιο στα τέλη της χούντας και φοίτησε στο Πανεπιστήμιο ως τα πρώτα χρόνια του Ανδρέα. Μιας γενιάς που μεγάλωσε τα παιδιά της σε εποχές αντιηρωικές γεμάτες γκρεμισμένα ιδανικά και χαμένες ιδεολογίες…
Όπως κάθε γενιά και η δική μας είναι «προϊόν» της εποχής της και σφραγίζεται από αυτήν. Και η εποχή, εκτός από τα γεγονότα της, τις συνθήκες και τα πρόσωπά της, έχει και τους δασκάλους της. Κι εμείς είχαμε καλούς δασκάλους. Νέους, διεκδικητικούς, γεμάτους αγωνία για το μέλλον τόσο το δικό τους όσο και το δικό μας.
Θυμάμαι ακόμη τον μαθηματικό μου στο Λύκειο, ήμασταν το πρακτικό του Λυκείου Θηλέων και ήταν ο υπεύθυνος του τμήματος, να μας μιλάει για μύρια όσα θέματα πέρα και έξω από τα στενό πλαίσιο του μαθήματος… να μας επιβάλλει σχεδόν ν’ ανοίξουμε τους ορίζοντές μας, να μας συμβουλεύει για θέματα αισθητικής, αξιοπρέπειας, ακόμη και υγιεινής…
Τον θυμάμαι, λες κι ήταν χθες, την ημέρα που κάναμε εκλογές μαθητικών συμβουλίων – ίσως να ήταν και η πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση – καθισμένος σε ένα θρανίο με τα πόδια στην καρέκλα, 35άρης θα ήταν, να μας κοιτάζει με βλέμμα ευθύ και να μας κάνει συζητήσεις που δεν τολμούσαν ούτε και οι γυναίκες καθηγήτριες να κάνουν. Όμως εκείνος κουβαλούσε μιαν καθαρότητα και μιαν αλήθεια, που όλα του επιτρέπονταν.
Κι ύστερα, μετά από μήνες, τον θυμάμαι, έξω από την πόρτα του Σχολείου, να μας δίνει κουπόνια της ΕΛΜΕ για την οικονομική ενίσχυση των καθηγητών στην πρώτη τους μεγάλη απεργία. Πόσο μας καμάρωνε που εμείς, οι δικές του μαθήτριες, ήμασταν πρώτες στο πλάι των καθηγητών μας κι ας «έπεφταν» ένας ένας πληγωμένοι, τσακισμένοι οικονομικά, στα χαρακώματα της απεργίας - οι περισσότεροι οικογενειάρχες με μικρά παιδιά και παντρεμένοι με συναδέλφους τους, πώς να αντέξουν;
Η τελευταία φορά που τον είδα, ήταν λίγο πριν πεθάνει νεότατος… και τότε ήμασταν οι δικές του, χωρίς ντροπή μας είπε για τις επιπτώσεις του καρκίνου πάνω του, για τον φόβο, την αγωνία… βλέπετε ήταν πάντα ένας δάσκαλος της αλήθειας, πώς να άλλαζε τώρα απέναντί μας;
Τον θυμήθηκα πάλι απόψε που ξημερώνει απεργία…

Κάποιοι θα βρεθούν να πουν πάλι για το άκαιρο, ήδη ξεκίνησαν. Κάποιοι θα πουν για τις συντεχνίες και τους συνδικαλιστές κι επίσης θα μιλήσουν πάλι με πόνο για τα παιδιά που θα χάσουν ώρες μαθημάτων… ποιοι θα τα πουν αυτά; Μα εκείνοι που ποτέ δεν είδαν την εκπαίδευση ως επένδυση. Μια επένδυση για το μέλλον.

Εγώ αυτή τη φορά, γιατί δεν το λέω πάντα ούτε αδιακρίτως και ασυλλόγιστα γιατί κι εγώ έχω συχνά ενστάσεις και διαφωνίες και επιφυλάξεις, κυρίως για τον συνδικαλισμό, θα πω ότι αυτή τη φορά η απεργία είναι επένδυση για το μέλλον.

Ας την στηρίξουμε.

Οι εκπαιδευτικοί είναι σε δύσκολη κατάσταση όπως οι περισσότεροι Έλληνες, δεν ξέρω πόσο θα αντέξουν να αιμορραγούν οικονομικά απεργώντας… ας τους στηρίξουμε όμως ηθικά. Αν χρωστάμε έστω και μια στάλα γνώσης στους δασκάλους μας, ας στηρίξουμε τους σημερινούς εκπαιδευτικούς τόσο στην δουλειά όσο και στην απεργία τους… είναι αυτοί που μπορούν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αν έχουν την κοινωνία αρωγό και με το μέρος τους.

Ελένη Λιντζαροπούλου

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

«Με την συγγραφέα Ελένη Λαδιά στο Σχολείο των Φυλακών Κορυδαλλού – Ένας χρόνος επισκέψεων».



Της Ελένης Λιντζαροπούλου

Ο ταξιτζής υπομονετικά, σχεδόν με πατρική φροντίδα, αποβίβασε την τσιγγάνα με τα δύο παιδιά, το μωρό και το καροτσάκι που ερχόταν για το επισκεπτήριο, κάνοντας μας νόημα πως ήταν ελεύθερος. Συνήθως καλούσαμε ραδιοταξί αλλά εκείνη την ημέρα, χωρίς προφανή λόγο, δεν το κάναμε.

Μαζί με το τέλος της Σχολικής χρονιάς, έκλεινε ένας χρόνος επισκέψεών μας στο Σχολείο των Φυλακών και ο ενθουσιασμός για την ολοκλήρωση ενός στόχου διαδεχόταν την θλίψη για την απομάκρυνση από τον χώρο και τα παιδιά λόγω των θερινών διακοπών.  

Το να επιλέγεις να πας στη Φυλακή με το Έγκλημα και Τιμωρία ή την Φόνισσα, δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο. Καλά καλά δεν είναι συνηθισμένο το να επιλέγεις την κλασσική λογοτεχνία ως αντικείμενο γνώσης γι αυτούς τους μαθητές. Η κουλτούρα της Φυλακής ή ακόμη και η δυσπιστία μας ως προς το επίπεδο των μαθητών – κρατουμένων, τα στερεότυπα και τόσα άλλα θα μπορούσαν να είχαν στρέψει τις επιλογές της συγγραφέως αλλού. Ακόμη ακόμη, θα μπορούσε να είχε επιλέξει να «μπει» στο χώρο με δικά της βιβλία, να τους μιλήσει για τα δικά της συγγραφικά πονήματα, που δεν είναι ούτε λίγα ούτε μη εγνωσμένης πνευματικής αξίας, ή και να επιδιώξει την δημοσιότητα και την προσωπική προβολή μέσα από αυτές της τις επισκέψεις.

Αντίθετα η Ελένη Λαδιά επέλεξε να συναντήσει το νου αυτών των παιδιών με εργαλείο τα έργα που θεωρούσε ότι ακόνισαν και τον δικό της νου, έργα των μεγάλων κλασικών. Ντοστογιέφσκι – Ουγκώ – Παπαδιαμάντης… αλλά και Σεντ Εξιπερύ. Αισθανόμενη η ίδια ως πνευματικός άνθρωπος, μπροστά στα ονόματα τους και το έργο τους, ακόμη χθεσινή, επέλεξε να διδάξει έργα αξεπέραστα, ικανά να ξεκλειδώσουν την ψυχή και την σκέψη των μαθητών – κρατουμένων.

Οι μαθητές την αισθάνονταν δικό τους άνθρωπο. Επέλεγε την επικοινωνία μαζί τους δια της αλήθειας και της αποδοχής, με την συναίσθηση της ευθύνης που έχουν οι πνευματικοί άνθρωποι για την πορεία αυτού του κόσμου, κουβαλώντας αδιαμαρτύρητα στην πλάτη της όλο το βάρος των εγκλημάτων τους.
-Τα παιδιά μου, τι κάνουν;
Αυτή ήταν η μόνιμή της ερώτηση, παρότι είχε να κάνει με ενήλικες και όχι παιδιά, ειπωμένη με άφατη τρυφερότητα και λαχτάρα, κάθε φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο τις ημέρες που περνούσαν από μάθημα σε μάθημα.

Κάθε δεκαπέντε ημέρες, για έναν ολόκληρο χρόνο, χωρίς να λογαριάζει έξοδα και κόπο, 8.30 το πρωί, και κάποιες φορές πιο νωρίς, με περίμενε έξω από την Φυλακή, φορτωμένη βιβλία, για να περάσουμε μαζί τον έλεγχο και την πύλη. Με την βοήθεια του Διευθυντή του Σχολείου, του εκλεκτού μας πια φίλου, Γιώργου Ζουγανέλη, εξασφαλίζαμε κάθε φορά την άδεια εισόδου.

Το μάθημα κρατούσε ως τις 12 παρά… οι κρατούμενοι μαθητές έπρεπε τότε να επιστρέψουν στα κελιά τους κι εμείς να πάρουμε τον δρόμο για την έξοδο και την επιστροφή μας η κάθε μία στις υποχρεώσεις της.

Η μετακίνηση γινόταν πάντα με ταξί και πάντα ένας μικρός διάλογος ανοιγόταν ανάμεσα σ’ εμάς και στον οδηγό. Στις πρώτες «τυπικές» ερωτήσεις απαντούσα συνήθως εγώ.

-Δικηγόροι είστε;
-Όχι. Η κυρία είναι συγγραφέας.
-Συγγραφέας; Και τι κάνετε εδώ, γράφετε κάτι για την Φυλακή;
-Όχι, μαθήματα λογοτεχνίας.
-Για να μάθουν να γράφουν;
-Όχι. Για να μάθουν απλώς.

Εκείνη την ημέρα ο ταξιτζής ήταν πιο ομιλητικός. Ήθελε να μάθει. Όχι από περιέργεια αλλά από ενδιαφέρον.
Η Ελένη Λαδιά πρόθημα του εξήγησε πόσο σημαντικό θεωρούσε γι αυτά τα παιδιά να ασκήσουν το νου και την ψυχή τους μέσα από την σκέψη των μεγάλων δημιουργών, πόσο σημαντικό θα ήταν για την παραπέρα πορεία ζωής τους, αφού οι περισσότεροι έδειχναν ήδη έμπρακτα ότι το Σχολείο είχε ακονίσει θετικά το νου τους και είχε αλλοιώσει την εγκληματική συμπεριφορά τους. Είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Κατανοούσαν την τιμωρία και την ποινή και αισιοδοξούσαν για το μέλλον και την ζωή τους μετά την αποφυλάκιση. Μετανοούσαν.

Ο ενθουσιασμός και η έμπρακτη αγάπη της, δεν φαινόταν μόνο στα λόγια της. Είχε αποδεικτικό την δωρεά ψυχής που κατέθετε σ’ αυτά τα παιδιά και την λαχτάρα της να συνεχίσει και την επόμενη χρονιά, όσο το δυνατόν περισσότερο.

Την αφήσαμε έξω από το σπίτι της. Το βάδισμά της πιο ξεκούραστο από το πρωί κι ας είχε διδάξει τόσες ώρες. Τα μαθήματα στους κρατούμενους της έδιναν φτερά.
«Σ’ ευχαριστώ που μ’ έβαλες Φυλακή». Ήταν το μόνιμό της λογοπαίγνιο, δηλώνοντας μου την χαρά της που η παρουσία μου στον Δήμο Κορυδαλλού της είχε ανοίξει την πόρτα του Σωφρονιστικού Καταστήματος.
«Εμείς σ’ ευχαριστούμε Ελένη Λαδιά. Μπορεί να επιδιώκουμε την απομάκρυνση των Φυλακών, όμως μιλάμε για τους τοίχους, οι άνθρωποι είναι άνθρωποι και κάνουμε γι αυτούς ό,τι είναι δυνατόν». 

Συνέχισα με το ταξί επιστρέφοντας στη δουλειά μου απαντώντας στις ερωτήσεις του οδηγού για το επίπεδο των μαθημάτων στο Σχολείο των Φυλακών, για τις δυνατότητες που είχαν να συνεχίσουν την εκπαίδευση, αλλά και για την πορεία της χώρας και την κρίση θεσμών και αξιών...

Στο φανάρι, πριν αποβιβαστώ, ο ταξιτζής, με χαιρέτισε και είπε, με έκφραση που φανέρωνε κάτι ανάμεσα στην συγκίνηση και την ελπίδα:

«Υπάρχουν ακόμη τέτοιοι άνθρωποι σ’ αυτή την πατρίδα;»


Αναδημοσίευση από το περιοδικό diastixo.gr

Στην φωτογραφία η Ελένη Λαδιά και ο Διευθυντής του Σχολείου των φυλακών Γιώργος Ζουγανέλης κατά την διάρκεια της ομιλίας του Δημάρχου Κορυδαλλού στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής των μαθητών – κρατουμένων.
 

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Κριτική για τον Πίθο των Γυναικών από την Μαρώ Τριανταφύλλου στο Φύλο Συκής

της Μαρώς Τριανταφύλλου
Στον ομηρικό Άδη τιμωρία μεταθανάτια και μάλιστα χωρίς χρονικό ορίζοντα, αιώνια και ανελέητη, γνωρίζουν μόνο όσοι διέπραξαν έργα ανευλαβή και ανόσια που πρόσβαλαν τους θεούς και την θεία τάξη. Ο Τάνταλος, ας πούμε. Τι έκαναν, λοιπόν, οι κόρες του Δαναού για να αξίζουν τη μοίρα μιας αιώνιας τιμωρίας; Στα βάθη του Κάτω Κόσμου προσπαθούν μέρα νύχτα ματαίως να γεμίσουν ένα τρύπιο πιθάρι. Και της τιμωρίας τους ουκ έσται τέλος. Οι Δαναΐδες  -πλην μιας- διεκδίκησαν απλώς το δικαίωμα της ελεύθερης διαχείρισης του σώματος και της ζωής τους. Δεν θέλησαν το γάμο με τους γιους του Αιγύπτου κι όταν υποχρεώθηκαν να τους παντρευτούν, σκότωσαν τους άντρες τους την πρώτη νύχτα, πριν τις αγγίξουν. Με τέτοιες συμπεριφορές όμως, με τέτοιες διεκδικήσεις κινδύνευε η τάξη του κόσμου, που ήταν κόσμος, βεβαίως, αντρικός. Γι’ αυτό η σκληρή τιμωρία των Δαναΐδων στο διηνεκές. Πολύ αργότερα στον πρίμο χριστιανικό κόσμο αλλά και αργότερα, πολλές γυναίκες προτίμησαν την απόσυρση στο μοναστήρι παρά γάμους που δεν ήθελαν. Έτσι, με την θυσία του έρωτα, διατηρούσαν την ελευθερία τους, εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους, τον σεβασμό της κοινωνίας επίσης.
Τον μύθο των τυραννισμένων Δαναΐδων θυμάται  η Ελένη Λιντζαροπούλου στον τίτλο της ποιητικής συλλογής της  Ο πίθος των Γυναικών,  μια συλλογή με έντονο το γυναικείο στοιχείο. Ώριμη γραφή, παρότι πρώτη φορά αποφασίζει να εκτεθεί ως ποιήτρια. Στο βιογραφικό της ωστόσο υπάρχουν ευαίσθητα παραμύθια («Ο Βασίλης και ο Άϊ Βασίλης») και δοκίμια (στα οποία η θεολόγος στις σπουδές και με έντονα θεατρικά ενδιαφέροντα Ελένη Λιντζαροπούλου αναζητά το θρησκευτικό συναίσθημα στην ποίηση του Παπαδίτσα και τα χριστολογικά στοιχεία στα ποιήματα του Αναγνωστάκη).
Στην ποίησή της συνδυάζει τη φιλοσοφική αναζήτηση με μια ρωμαλέα αίσθηση της ύλης και του σώματος. Βαθύτατα χριστιανή, με ουσιαστικές θρησκευτικές αναζητήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τον Ιησού (ποιήματα όπως το «Βράδυ Πέμπτης», το «Μαρτύριο του Αγίου Θωμά», το «Μικρό Νυχτερινό για το Σάββατο»…), αναζητά τη γυναικεία της ταυτότητα μέσα από μορφές γυναικών που έρχονται από τον αρχαίο κόσμο (Ελένη, Φαίδρα, Μήδεια, αλλά και Σαπφώ…) και το σύμπαν των Ευαγγελίων (η Γυναίκα που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού…). Η ίδια η ποίηση και η λειτουργία της, ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι τρεις προνομιακοί θεματικοί άξονες της ποιητικής της δημιουργίας.
Ό,τι απ’ αυτούς ματώνει, γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς, θεραπεύεται.

Ξύπνησα μέσα στη νύχτα. Είχα πνιγεί με  το σάλιο μου.
Είχα τον πανικό του θανάτου, το φόβο του πόνου.
Σα να ‘μουν από πάντα ξύπνια.

Αιφνίδιος ιδρώτας.
Ντροπή
Σε θέλω
….
Ήρθα σε σένα.
Ήρθα;
Και συ δεν είχες γεννηθεί ακόμα.

Χαμογελούσες και με κατάπινε η επιθυμία σου σχεδόν σπαρακτική.
Έφηβη από πάντα.
Από πάντα απ’ την αρχή του κόσμου και του έρωτα.
Από το ναι και το νομίζω
Απ’ το ουρλιαχτό και τις σπονδές ανάμεσα στα χέρια και τα πόδια μου.
Σε θέλω
Το στόμα μου άδειο
Το σώμα μου άδειο

….
Τα δόντια μου χαράζουν τ’ όνομά σου στη  σιωπή
(«Φαίδρα», σσ.21-22)

Κεντρική έννοια ωστόσο γύρω από την οποία πλέκεται η δουλειά της αν όχι γεννιέται από αυτήν είναι η απουσία, το ελλείπον τι που βρίσκεται στη ρίζα της ύπαρξης και ζητά την πλήρωσή του, το συμπλήρωμα. Εδώ εμφανίζεται ο έρωτας ως καταιγιστική δύναμη που δίνει φωνή στο άρρητο και το αδύνατο. Γήινος, υλικός, από πάλλουσα σάρκα αλλά και έρωτας θείος ή ακόμα περισσότερο ένας δρόμος για την αναζήτηση του θείου και του Θεού.
Αν η φιλοσοφία είναι «μελέτη θανάτου», η ποίηση είναι αναμέτρηση με το θάνατο και οδός παρηγορίας. Ο θάνατος εδώ εμφανίζεται είτε κυριολεκτικά με τη νοσταλγία του νεκρού, τον πόνο της απώλειας και την απουσία («Χους ει») είτε ως στοχασμός  πάνω στην έννοια του χρόνου («Ανεξίτηλη Μέρα»).
Έξω από την ποίηση
και την προσευχή
τι άλλα
μας έχουν απομείνει λόγια
για να πούμε την αλήθεια;
 («Συζήτηση», σ. 82)
Χαρακτηριστικό της ποίησης της Λιντζαροπούλου είναι η ηρεμία. Σαν να προσπαθεί διαρκώς να αποστασιοποιηθεί από το βίωμα που γεννά το ποίημα και να το ελέγξει με το στοχασμό. Μια ποίηση  λιγόλογη και εσωτερική. Παρότι τα θέματά της θα επέτρεπαν υψηλούς τόνους και γλωσσική εκζήτηση, αποφεύγει την επιτήδευση, υιοθετεί έκφραση λιτή και σμιλεύει τη γλώσσα των στίχων της με προσοχή, αφαιρετική διάθεση και εσωτερικότητα. Στο τελικό αποτέλεσμα ο στίχος αποκτά δύναμη και επιβάλλεται.




Ελένη Λιντζαροπούλου
Ο πίθος των Γυναικών
(ποιήματα)
Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2013

Φίλο Συκής

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Παρουσίαση-κριτική της ποιητικής συλλογής «Ο Πίθος των γυναικών» της Ελένης Λιντζαροπούλου, από τον ποιητή-κριτικό Ηλία Κεφάλα. Νέα Ευθύνη, τευχ.18 Ιούλιος – Αύγουστος 2013.



Το πρώτο ποιητικό βιβλίο με μεστό περιεχόμενο πενήντα και πλέον ποιημάτων, κεκοσμημένο με δέκα σχέδια γυναικείων μορφών της Ιωάννας Ασσάνη, έρχεται να καταδηλώσει ότι η ποιήτρια Ελένη Λιντζαροπούλου έχει πάρει πολύ σοβαρά την υπόθεση της ποίησης και αξιοποιεί κατά τον καλύτερο τρόπο την αναμφισβήτητη ευαισθησία της.
Μέσα στα πολύ προσεγμένα αυτά ποιήματα ανιχνεύονται οι εν γένει σχέσεις της ποίησης με τα αισθήματα χαράς ή θλίψης και άλλες θυμικές καταστάσεις που φορτίζουν την ύπαρξη με μια αυξομειούμενη ροή καθημερινού βιοτικού φορτίου.
Η ιδιόμορφη ανάγκη της ποίησης έγκειται πάντα στη δυνατότητα αξιοποίησης των ψυχοφθόρων αιτιών μέσω των λέξεων και των πολύσημων νοημάτων τους, ώστε να προκύπτουν αμβλυντικές εξελάσεις από πόνο σε παρηγορία. Η υπαρξιακή υπόμνηση γίνεται τότε μια δικαιολογημένη ηθική διαδικασία, καθώς αναζητά το δέον και το γιατί για να επιτρέψει κάθε συνειδητοποιημένο βήμα πορείας.
Το γυναικείο βλέμμα ενυπάρχει σε όλη τη συλλογή καθώς η έμπνευση περιέρχεται μια θεματική με καθαρά θηλυκής απόκλισης προβληματισμούς, μέσα στους οποίους η γυναίκα ανυψώνεται προοδευτικά από ερωτικό σύμβολο γονιμότητας μέχρι τραγικό σύμβολο μητέρας και θεάς προστάτιδας. Οι ποιητικοί μονόλογοι για τη γυναίκα (μέσω εμβληματικών ονομάτων όπως Φαίδρα, Περσεφόνη, Ελένη, Μαρία, Πηνελόπη, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια κλπ), και πάντα μέσα από τις αντιθέσεις και αντιφάσεις των ιστορικών ή μυθολογικών προσώπων, αλλά και τους παραλληλισμούς με πρόσωπα και πράγματα του σύγχρονου βίου, καταδεικνύουν τη διαιώνιση του σωματικού πόνου που επιφέρει η ανθρώπινη συνύπαρξη και, ακόμα, της κοινής μοίρας που διέπει διαχρονικά όλα τα ανθρώπινα.
Η θρησκευτική θεώρηση των πραγμάτων επιτρέπει στην ποιήτρια την εισχώρηση στα τοπία του επέκεινα μέσα από ποιήματα-παραμιλητά υπέρ του θείου και της εν δυνάμει θέωσης των πραγμάτων.
Οι οικείοι εκδημήσαντες επανέρχονται στο προσκήνιο μέσα από το αντίβαρο της μνήμης, ενώ ο θάνατος υπεισέρχεται αλλού ρητά και αλλού υπαινικτικά ως ισχυρό θεματικό υπόστρωμα και κυρίαρχη καθημερινή κόπωση.
Η Ελένη Λιντζαροπούλου προσβλέπει με στοχαστική επιτυχία στη συλλογικότητα της ύπαρξης, από την οποία προκύπτει εννοιολογικά και η σύνθεση της συλλογικής μοναξιάς, μια μάστιγα του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Η απουσία, η έλλειψη, ο χρόνος, η παλαίωση γίνονται τα εγχάρακτα τραύματα που επιζητούν τη θέση τους μέσα στην ποίηση, ενώ δεν λείπουν και οι δοξαστικοί αίνοι προς τον έρωτα μέσω της παντοδύναμης σιωπής που παραστέκεται ομόλογα στο κάθε ποίημα ως αναπόσπαστη έννοια με ποικίλες σημασίες που επιτείνουν τα υπαινισσόμενα.
Η ζηλευτή αρχαιογνωσία επιτρέπει την άντληση θεματικών και παραβολών από τον αρχαίο κόσμο με τον τρόπο που ο κόσμος αυτός υπεισέρχεται ως οδηγικό σύμβολο στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Η επιτυχία της Ελένης Λιντζαροπούλου αποτυπώνεται πάνω στην εκφραστική συμπεριφορά των λέξεών της, καθώς πολύ εύγλωττα οι λέξεις της δείχνουν την αγωνία τους κατά τη στιγμή που προσπαθούν να γίνουν γλώσσα, ανάβοντας με αλληλουχία η κάθε μια τους το δικό της φως για να απαλύνουν έτσι εν συνόλω το σκοτάδι της άγνοιας και της γύρωθεν αναφυόμενης δυσαρμονίας. Η συνδιαλλαγή της με όλα τα εργαλεία της ποίησης όπως τους ήχους τις εικόνες, τη μουσική, την κρυμμένη απελπισία, το άγνωστο, περαιώνεται με επιτυχία καθώς ωθεί την εν κρυπτώ διαδικασία να προσδιορίσει το απροσδιόριστο.
Θα έλεγα ότι ο «Πίθος των γυναικών» περιέχει ποιήματα ανθρωπολογικής ηθικής και άμεσος στόχος του βιβλίου είναι η επίτευξη του αισθητικού μέτρου, γεγονός που η μεθοδευμένη της εργασία και η ολοφάνερη προσοχή πάνω στο κτίσιμο του κάθε ποιήματος δείχνει άνθρωπο που έχει μάθει να δουλεύει με σύστημα και υποδειγματική τάξη. Άξιος λοιπόν ο καρπός των κόπων της.