Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Ματαίως περί ποιήσεως

«Και τι είναι αυτή "η ποίηση" για να μπορούμε να μιλάμε για κείνην σαν να είναι κάτι που το γνωρίζουμε ή μας ανήκει;
»Να μιλήσουμε για το ποίημα, ένα ποίημα, δύο, πολλά, ίσως... αλλά για την ποίηση;
»Να μιλήσουμε για την ανάγκη μας γι' αυτήν, ναι.
»Μα για την ποίηση συνολικά, πώς;
»Σα να μιλούμε για χώρα αχανή που περάσαμε από τις ακτές της,
σε βάρκα επιβάτες, φοβισμένοι κι αξιοθρήνητοι.
»Σα να μιλάμε για το ποτάμι που ακούσαμε μέσα στο δάσος τον ήχο του.»
Αλήθεια αναρωτιόμαστε γιατί, σε καιρούς και σε χώρα όπου φαίνεται να ανθεί η γραφή και μάλιστα η ποιητική, που γράφονται κι εκδίδονται δεκάδες ποιητικά βιβλία τον χρόνο, η ποίηση αποτελεί αλατόμητον όρος για τον μέσο αναγνώστη; Γιατί αποτελεί φόβο ή και απέχθεια των μαθητών; Γιατί, στην πραγματικότητα, η ποίηση δεν αγοράζεται;
Το Διαδίκτυο είναι γεμάτο με στίχους καμωμένους, κάποιες φορές αντιαισθητικά μάλιστα, πάνω σε φωτογραφίες ειδυλλιακών τοπίων ή και ποιητών. Όσοι θέλουν να περάσουν για καλλιεργημένοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «ποστάρουν» κι από μία τέτοια εικονίτσα καθημερνώς, όμως η ποίηση δεν αγοράζεται, άρα και δεν διαβάζεται. Κι αν διαβάζεται, όσο διαβάζεται, αυτό γίνεται, κυρίως, από αποσπασματικά δημοσιεύματα. Οι ποιητές, και οι καλύτεροι εξ αυτών, δεν μιλούν για τις πωλήσεις των βιβλίων τους αλλά για τις κριτικές προς το έργο τους... άρα η ποίηση δεν αγοράζεται. Γιατί;
Μάλιστα, σε καιρούς απόγνωσης και αποθάρρυνσης της κοινωνίας, καιρούς όπου η ποίηση θα αποτελούσε ακόμη και θούριο αλλαγής ή αποκάλυψης και, ακόμη σπουδαιότερο, παρηγοριά, η ποίηση μοιάζει κάτι περιττό και άχρηστο, σχεδόν αζήτητο. Γιατί;
Στα μαθητικά μας χρόνια, τότε που ανακάλυψα κι εγώ τους ποιητές μαζί με τη γενιά μου, συναγωνιζόμασταν για το ποιος θα είχε διαβάσει πιο πολύ, ποιος θα είχε περισσότερα βιβλία... κι η ποίηση κατείχε μέγα ρόλο σ' αυτή μας τη δίψα και τον συναγωνισμό. Τώρα γιατί όχι; Τώρα που οι γενιές πηγαίνουν στο σχολείο... παίρνουν πτυχία και διπλώματα, μορφώνονται βρε αδερφέ... γιατί δεν αναζητούν την ποίηση;
Δεν έχω απαντήσεις στα γιατί μου, μόνον υποθέσεις. Πριν από μερικά χρόνια, μιλούσα για εποχές αφθονίας που ροκάνιζαν την ανάγκη μας για ποίηση... πάντα όμως είχα μιαν υπόνοια ότι αυτές οι εποχές αφθονίας, πριν διαφθείρουν τους αναγνώστες, είχαν πρώτα διακορεύσει τους ποιητές.
Θα μου πείτε, υπάρχει το Διαδίκτυο. Σωστά. Είναι μια ελπίδα κι αυτό. Μια απεριόριστη ελπίδα ελευθερίας και διάδοσης ιδεών, δημιουργίας και γνώσεων, αλλά και μια παγίδα αφθονίας. Κι εκεί, στην αφθονία του Διαδικτύου, φαίνεται αυξημένη η πενία μας. Πενία αναγνωστική, αλλά και πενία εμφανιζόμενη με τη γνωστή επίφαση γνώσης. Κάτι σαν like στο facebook... ή ακόμη χειρότερα κάτι σαν σχόλιο άσχετο κάτω από στίχους ίσως σπουδαίους. Κι ακόμη πιο δυσοίωνα, μέσα σ' αυτή την αφθονία γραφής, εμφανίζονται και αυξάνονται οι «θεματοφύλακες του ακατανόητου», οι «ειδικοί». Κάτι σαν φυλή που δρα ως να της ανήκει η ποίηση και εκφράζεται, κρίνει, συζητά με όρους «απαγορευμένους» στο πλατύ κοινό. Απωθητικούς. Διατυπώνει σκέψεις χωρίς νόημα, περισπούδαστες κι αφηρημένες. Σαν να πασχίζει να δείξει ότι η ποίηση είναι κάτι ανώτερο από τα μέτρα του αναγνώστη και ανήκει μόνο στους ποιητές και τους κριτικούς. Μια φυλή που φιλολογίζει και αναλύει, σχεδόν σαν να απαντά στο ερώτημα του συρμού: «Τι θέλει να πει ο ποιητής;» Το χειρότερο που κάνει όμως αυτή η φυλή είναι που ασκεί το χούι της απαξίωσης... «όσο πιο απόμακρος μοιάζω, τόσο πιο σπουδαίο με νομίζουν». Παρ' όλα αυτά, «εγώ ο απόμακρος και σπουδαίος» συναγελάζομαι σε πλατφόρμες δικτύωσης, παρεΐστικα «δίκτυα» και «στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες»... Γιατί;

Ελένη Λιντζαροπούλου 

αναδημοσίευση από το diastixo.gr 

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν γνώριζα τον Παύλο Φύσσα


Όπως οι περισσότεροι Έλληνες δεν τον γνώριζα ούτε ως μουσικό ούτε ως κοντογείτονα. Την φωτογραφία του πρώτη φορά την είδα με τον θάνατό του. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: Έχει δίκιο η μάνα μου. «Παλίκαρος. Ένας άντρακλας ίσα μ’ εκεί πάνω. Αυτούς τρώνε.», έτσι μου είπε μόλις έμαθε τα κακά νέα.

Τους έκατσε καλά των ΜΜΕ. Έχει την όψη που γουστάρουν να σκυλεύουν τα σκυλιά της ενημέρωσης και οι φίλοι τους…

Ήρθε και σήμερα το πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος με την φωτογραφία ενός ζευγαριού που, αν δεν γνωρίζεις ποιο είναι, νομίζεις ότι χαμογελά στη ζωή. Δεν δημοσιεύεται ως ντοκουμέντο για ν’ αποδείξει κάτι ή να συμβάλλει στην δημοσιογραφική έρευνα… όχι. Μόνο να δείξει θέλει. Όπως θα έδειχνε σελέμπριτις σε διακοπές.

Τα σκυλιά της ενημέρωσης το ξέρουν το παιχνίδι. Μας εξοικειώνουν με την θέα του αίματος, με τη βία, με τις κάθε λογής δικαιολογίες… και φυσικά πουλάνε το θάνατο με εκπτωτικά κουπόνια και δωροεπιταγές. Κάνουν τον θάνατο αναλώσιμο.

Για να μην πω για το δήμαρχο της πόλης του με το ατσαλάκωτο κουστούμι… πήγε στη Στεφανίδου και καθόταν εκεί να την ακούει να λέει ότι στα τραγούδια του ο Killah P έβαζε λέξεις ακατάλληλες για ανηλίκους και γι αυτό δεν μπορούν να μεταδώσουν κάποιο video του. Κι ο δήμαρχος… ούτε κουβέντα δεν είπε γα τη Χρυσή Αυγή.
Μετά όλη αυτή η φλυαρία για τις αφορμές του φόνου.
Μετά τα μπάχαλα σε μια μεγάλη αντιφασιστική συγκέντρωση…
Και οι συμψηφισμοί και οι αναλύσεις…. «Μήπως δεν είναι Φασισμός αυτό που ζούμε, μήπως αυτό μήπως εκείνο…»

Τα σκυλιά της ενημέρωσης ακονίζουν τα αντανακλαστικά των νοικοκυραίων να είναι σε ετοιμότητα… 

Ξεδιπλώνουν σαν κουβάρι, όποτε τους βολεύει, την θεωρία των δύο άκρων. Παλιά δουλειά… ίδιο δηλαδή ο Παπαδόπουλος και ίδιο ο Παναγούλης που, μην το ξεχνάμε, αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε εξεγείρει τα πολιτισμένα αντανακλαστικά μας είτε όχι…

Άλλο η βία του κυνηγού και άλλο του θηράματος. Η νομιμοποιημένη βία της εξουσίας κάποτε γεννούσε την αντίσταση σήμερα γεννά απλώς βία. Μάλιστα ο θάνατος των αξιών και των ιδεών, ο θάνατος κάθε ελπίδας, γεννούν την άστοχη και αστόχαστη βία όπως επίσης εκτρέφουν το φαινόμενο της ανάπτυξης των ακροδεξιών ομάδων με αποτέλεσμα και την νόμιμη είσοδό τους στη Βουλή. Και γι αυτό φυσικά και έχει ευθύνες όλο το πολιτικό φάσμα όμως…  

Ο Φασισμός δεν είναι μόνο κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο φυσικά και θα εμφανίζεται παντού όσο εξοικειωνόμαστε μαζί του, είναι και ιδεολογία. Μια ιδεολογία απάνθρωπη. Την πιστεύουν κάποιοι και με σθένος μάλιστα. Μην κοιτάτε που θα λουφάξουν λόγω της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα (και ίσως μόνο για λίγο). Το να συμψηφίζουμε λοιπόν τα αποτελέσματα της διακυβέρνησης της χώρας με την δράση των Φασιστών, το να εξισώνουμε τις καταστροφές που κάνουν οι κάθε λογής μπαχαλάκιδες με τέτοιες δολοφονίες, είναι νερό στο μήλο της δράσης αυτού που σήμερα λέγεται Χρυσή Αυγή και αύριο ή χθες είχε και θα έχει άλλα ονόματα. Βεβαίως βρίσκουν έδαφος να δράσουν γιατί τους ευνοούν οι εποχές αλλά είναι Φασίστες, μην το ξεχνάμε. Πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι και άρα γι αυτούς υπάρχουν άνθρωποι κατώτεροι. Πιστεύουν στην καθαρότητα της ράτσας. Στην ανωτερότητα της φυλής (και του φύλου ενίοτε). Απαξιώνουν κάθε τι το διαφορετικό. Ιεροποιούν την ομοιομορφία. Δεν πιστεύουν στη βία, μην επικεντρωνόμαστε σ’ αυτό. Χρησιμοποιούν τη βία για την υπακοή και την υποταγή κι αυτό είναι απότοκο της ιδεολογίας τους. Είναι Φασίστες, αυτό είναι όλο. Κάποτε ντρέπονταν να το παραδεχτούν… αυτό είναι όλο.

«Κρατάω απόσταση από τα χαλασμένα… μόνο για αλήτες γράφει η δική μου πένα.»
K.P

Αυτά και πολλά είπα.


Ελένη Λιντζαροπούλου


Υ.Γ. Μιαν ευχή…

Ας μην αναλώσουμε και αυτόν τον θάνατο.


Ο Πίνακας είναι έργο του Νίκου Κεσανλή  
Το Video του Killah P

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Μνήμη Θανάτου ΙΙ



ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου, Κύριε,
Ψαλμ. 91

Το δύσκολο είναι
Να περπατάς με τους λύκους
Και να το γνωρίζεις
Να είσαι ο πρώτος νεκρός

Θα συνεχίζεται η ζωή
Και μετά από σένα

Όμως,

Μετά από σένα

Αυτοί θα φοβούνται
Και θα κρύβονται


Ελένη Λιντζαροπούλου

18/9/2013


Ο πίνακας είναι της Ιωάννας Ασσάνη

Το ποίημα δημοσιεύεται στην ποιητική συλλογή "Η εποχή των λέξεων", Εκδόσεις των Φίλων 2015, με τον τίτλο Άσμα 


Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ξημερώνει απεργία…



Εις μνήμην Μιχάλη Σεραφετινίδη

Χρωστώ χρέος μέγα στους δασκάλους μου όλους. Όχι μόνο γιατί μου έμαθαν τα περισσότερα από όσα γνωρίζω, αλλά, κυρίως, γιατί μου έμαθαν να μαθαίνω και να αγαπώ τη μάθηση και τη γνώση. Ως τώρα, που πέρασα τα 50, δεν σταματώ… έχει γίνει πια φύση.
Το ίδιο, λιγότερο ή περισσότερο, το βλέπω να συμβαίνει και σε όλους τους συμμαθητές μου και πιο πολύ στις συμμαθήτριές μου του Λυκείου. Δεν τις βλέπω βολεμένες κι ας μην το καταλαβαίνουν πολλές φορές και οι ίδιες. Κουβαλούν πάνω τους τα σημάδια της γενιάς μας, μιας γενιάς που πήγε στο γυμνάσιο στα τέλη της χούντας και φοίτησε στο Πανεπιστήμιο ως τα πρώτα χρόνια του Ανδρέα. Μιας γενιάς που μεγάλωσε τα παιδιά της σε εποχές αντιηρωικές γεμάτες γκρεμισμένα ιδανικά και χαμένες ιδεολογίες…
Όπως κάθε γενιά και η δική μας είναι «προϊόν» της εποχής της και σφραγίζεται από αυτήν. Και η εποχή, εκτός από τα γεγονότα της, τις συνθήκες και τα πρόσωπά της, έχει και τους δασκάλους της. Κι εμείς είχαμε καλούς δασκάλους. Νέους, διεκδικητικούς, γεμάτους αγωνία για το μέλλον τόσο το δικό τους όσο και το δικό μας.
Θυμάμαι ακόμη τον μαθηματικό μου στο Λύκειο, ήμασταν το πρακτικό του Λυκείου Θηλέων και ήταν ο υπεύθυνος του τμήματος, να μας μιλάει για μύρια όσα θέματα πέρα και έξω από τα στενό πλαίσιο του μαθήματος… να μας επιβάλλει σχεδόν ν’ ανοίξουμε τους ορίζοντές μας, να μας συμβουλεύει για θέματα αισθητικής, αξιοπρέπειας, ακόμη και υγιεινής…
Τον θυμάμαι, λες κι ήταν χθες, την ημέρα που κάναμε εκλογές μαθητικών συμβουλίων – ίσως να ήταν και η πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση – καθισμένος σε ένα θρανίο με τα πόδια στην καρέκλα, 35άρης θα ήταν, να μας κοιτάζει με βλέμμα ευθύ και να μας κάνει συζητήσεις που δεν τολμούσαν ούτε και οι γυναίκες καθηγήτριες να κάνουν. Όμως εκείνος κουβαλούσε μιαν καθαρότητα και μιαν αλήθεια, που όλα του επιτρέπονταν.
Κι ύστερα, μετά από μήνες, τον θυμάμαι, έξω από την πόρτα του Σχολείου, να μας δίνει κουπόνια της ΕΛΜΕ για την οικονομική ενίσχυση των καθηγητών στην πρώτη τους μεγάλη απεργία. Πόσο μας καμάρωνε που εμείς, οι δικές του μαθήτριες, ήμασταν πρώτες στο πλάι των καθηγητών μας κι ας «έπεφταν» ένας ένας πληγωμένοι, τσακισμένοι οικονομικά, στα χαρακώματα της απεργίας - οι περισσότεροι οικογενειάρχες με μικρά παιδιά και παντρεμένοι με συναδέλφους τους, πώς να αντέξουν;
Η τελευταία φορά που τον είδα, ήταν λίγο πριν πεθάνει νεότατος… και τότε ήμασταν οι δικές του, χωρίς ντροπή μας είπε για τις επιπτώσεις του καρκίνου πάνω του, για τον φόβο, την αγωνία… βλέπετε ήταν πάντα ένας δάσκαλος της αλήθειας, πώς να άλλαζε τώρα απέναντί μας;
Τον θυμήθηκα πάλι απόψε που ξημερώνει απεργία…

Κάποιοι θα βρεθούν να πουν πάλι για το άκαιρο, ήδη ξεκίνησαν. Κάποιοι θα πουν για τις συντεχνίες και τους συνδικαλιστές κι επίσης θα μιλήσουν πάλι με πόνο για τα παιδιά που θα χάσουν ώρες μαθημάτων… ποιοι θα τα πουν αυτά; Μα εκείνοι που ποτέ δεν είδαν την εκπαίδευση ως επένδυση. Μια επένδυση για το μέλλον.

Εγώ αυτή τη φορά, γιατί δεν το λέω πάντα ούτε αδιακρίτως και ασυλλόγιστα γιατί κι εγώ έχω συχνά ενστάσεις και διαφωνίες και επιφυλάξεις, κυρίως για τον συνδικαλισμό, θα πω ότι αυτή τη φορά η απεργία είναι επένδυση για το μέλλον.

Ας την στηρίξουμε.

Οι εκπαιδευτικοί είναι σε δύσκολη κατάσταση όπως οι περισσότεροι Έλληνες, δεν ξέρω πόσο θα αντέξουν να αιμορραγούν οικονομικά απεργώντας… ας τους στηρίξουμε όμως ηθικά. Αν χρωστάμε έστω και μια στάλα γνώσης στους δασκάλους μας, ας στηρίξουμε τους σημερινούς εκπαιδευτικούς τόσο στην δουλειά όσο και στην απεργία τους… είναι αυτοί που μπορούν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αν έχουν την κοινωνία αρωγό και με το μέρος τους.

Ελένη Λιντζαροπούλου